3o Δημοτικό Σχολείο Φιλιατρών: Πού ΄σαι ρε φούλη!!!!!

ΣΧΟΛΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ 3ου ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΦΙΛΙΑΤΡΩΝ
Πού ΄σαι ρε φούλη!!!!!*

Μια εργασία των μαθητών της Δ΄τάξης του 3ου Δημοτικού σχολείου Φιλιατρών, στο πλαίσιο του μαθήματος της Ευέλικτης Ζώνης με στόχο να συγκεντρωθούν οι παλιές φιλιατρινές λέξεις

*φούλης

Μια λέξη που προέρχεται από το αδερφούλης και η οποία ακόμα χρησιμοποιείται στην περιοχή των Φιλιατρών . Η χρήση της σημαίνει ένδειξη αδελφικής αγάπης.

Η ελληνική γλώσσα είναι ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται και αλλάζει με το πέρασμα του χρόνου, όπως εξελίσσονται και αλλάζουν οι ομιλητές της. Προσαρμόζεται στις ιστορικές, κοινωνικές και πολιτισμικές προκλήσεις και αντικατοπτρίζει τη διαφορετικότητα κάθε εποχής. Η γλώσσα είναι η ταυτότητά μας. Τίποτε άλλο δεν μας συνδέει στον ίδιο τόπο, όσο η γλώσσα.

Σύμφωνα με τον μεγάλο διδάσκαλο  του Γένους μας, Αδαμάντιο Κοραή «Η γλώσσα είναι ένα από τα πλέον αναπαλλοτρίωτα του Έθνους κτήματα». Δεν ανήκει μόνο σε μας αλλά και στις επερχόμενες γενεές.

Με οδηγό τη ρήση αυτή και την καθοδήγηση του κ. Γιάννη Αλεξανδρόπουλου, ακούραστου εμπνευστή δασκάλου και Δ/ντή του 3ου Δημοτικού Σχολείου Φιλιατρών, οι μαθητές της Δ’ Τάξης της σχολικής χρονιάς 2019-2020, ετοίμασαν το εξαιρετικά ενδιαφέρον συγγραφικό έργο που έχετε στα χέρια σας, σε μια προσπάθεια καταγραφής και διαφύλαξης παλιών τοπικών λέξεων που τείνουν να χάνονται.

Η Κοινωφελής Επιχείρηση του Δήμου εκπλήρωσε την επιθυμία των μαθητών να μοιραστούν το γλωσσικό μας πλούτο με τους μαθητές των σχολείων των Φιλιατρών και χρηματοδότησε την έκδοση.

Ο Δήμος Τριφυλίας δεν μπορεί παρά να επαινέσει και να επιβραβεύσει τους μικρούς συγγραφείς για την προσπάθειά τους να καταγράψουν, να διαφυλάξουν και να παραδώσουν τον τοπικό θησαυρό λέξεων σε μία όμορφη έκδοση, τιμή στον λαϊκό πολιτισμό και στην «ντοπιολαλιά» μας.

Το μαθητικό γλωσσάρι θα βρει φιλόξενο χώρο όχι μόνο στις βιβλιοθήκες των μαθητών, αλλά και σε άλλες Δημόσιες και Μαθητικές Βιβλιοθήκες.

Θερμά συγχαρητήρια σε όλους τους συντελεστές του εμπνευσμένου και χρήσιμου αυτού έργου.

Ο Δήμαρχος Τριφυλίας
&
Πρόεδρος της Κ.Ε.Π.Π.Α.ΠΕ.ΔΗ.Τ.
Γεώργιος Λεβεντάκης

Οι μαθητές της Δ΄ΤΆΞΗΣ Σχολικό έτος 2019-2020

ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΪΝΤΑΝΗΣ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΑΡΒΑΝΙΤΑΝΤΩΝΗ
ΧΑΡΗΣ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ

ΞΕΝΙΑ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΣΩΤΗΡΙΑ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ
ΕΡΙΟΝ ΛΕΣΙ
ΔΗΜΗΤΡΑ ΓΡΙΒΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΓΙΟΥΛΑ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

ΑΡΓΥΡΗΣ ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ
ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΓΚΑΛΙΝΑ ΧΡΙΣΤΟΒΑ

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ

ΑΝΤΡΙΑΝΝΑ ΝΤΡΑΓΚΙΤΣΙ
ΙΣΜΑΗΛ ΜΠΑΧΙΑ
ΧΑΡΑ ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

ΚΛΑΟΥΝΤΙΑ ΤΖΑΦΑ
ΑΛΜΠΑΝ ΤΑΜΠΑΚΟΥ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΕΤΚΟΒ

ΧΑΡΑ ΓΡΙΒΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΣΙΓΚΑΝΟΣ

Η Δασκάλα της τάξης κα Μαρία Χατζή

Δυο λόγια από τον Διευθυντή του Σχολείου και υπεύθυνο για την εκπόνηση αυτού του προγράμματος.

Τα τελευταία πενήντα χρόνια οι αλλαγές που επήλθαν στην κοινωνία μας ήταν ραγδαίες. Αλλάξαμε ήθη κι έθιμα, συνήθειες, ρυθμούς ζωής. Χάθηκαν επαγγέλματα, άλλαξε τελείως η οικιακή μας οικονομία, σκούριασαν τα παλιά εργαλεία, άλλαξε ο τρόπος που διαχειριζόμαστε τον χρόνο μας, ο τρόπος που μιλάμε καθημερινά, που ντυνόμαστε, που εργαζόμαστε, που μετακινούμαστε ή που επικοινωνούμε μεταξύ μας. Ξεχάστηκε και η γλώσσα. Αφήσαμε τις λέξεις, την ντοπιολαλιά μας, τις αντικαταστήσαμε με νέες, σύγχρονες, αλλά και ξένες. Εκμοντερνιστήκαμε !

Με αυτή την προσπάθεια που κάναμε φέτος, είχαμε σκοπό να φωτίσουμε λίγο αυτό το κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, τη γλώσσα που χρησιμοποιούσαμε πριν λίγα χρόνια. Στόχος μας ήταν να συγκεντρώσουμε ξεχασμένες λέξεις, να τις πούμε, να τις ακούσουμε, να μάθουμε τι σήμαιναν κι αν μπορούσαμε, αφουγκραζόμενοι τον ήχο τους και τη μουσικότητά τους, να φανταστούμε εικόνες από τα παλιά, στιγμές από τότε που οι άνθρωποι έφτιαχναν μόνοι τους, τα σπίτια τους, τα ρούχα τους, τα τρόφιμά τους, τα εργαλεία τους. Οι μαθητές της Δ΄ τάξης του 3ου Δημοτικού Σχολείου Φιλιατρών, στο πλαίσιο της Ευέλικτης Ζώνης, ήταν αποφασισμένοι να «βρουν χαμένους θησαυρούς» και να ανακαλύψουν λέξεις παίρνοντας τον ρόλο του ερευνητή. Μίλησαν με παππούδες και γιαγιάδες και κάθε εβδομάδα έφερναν «καινούριο υλικό». Καταγράφαμε τις λέξεις σε ειδικό τετράδιο, αφού πρώτα γράφαμε τις ερμηνείες τους στον πίνακα της τάξης. Σαν άσκηση έπρεπε να βάλουν τις νέες γι’ αυτούς λέξεις, σε προτάσεις της καθημερινότητάς τους. Έγραφαν και ιστορίες.

Επισκεφτήκαμε το ΚΑΠΗ της πόλης όπου οι γιαγιάδες το καταχάρηκαν. Θυμήθηκαν λέξεις και τα παιδιά έτρεχαν να τις καταγράψουν. Μία από αυτές μάς έγραψε και μια ιστορία. Τα παιδιά ένιωθαν να συμμετέχουν σε ένα παιχνίδι με μπρος πίσω τον χρόνο και μια σύνδεση του παρόντος με το παρελθόν. Κάποιοι μαθητές της τάξης από άλλες χώρες ανακάλυψαν λέξεις που τις λένε και στην πατρίδα τους. Είναι πολύ γοητευτικό να ακολουθείς αυτό το ταξίδι των λέξεων στον χρόνο, να μαθαίνεις πως τις λέξεις, για παράδειγμα, αγγειό ή τούμπι ή πυροστιά που έλεγε η γιαγιά σου και συ σήμερα δεν τις γνωρίζεις, τις έλεγε και ο Όμηρος. Ή τις λέξεις καπίστρι, μπαντανία ή φούρκα, τις λένε σήμερα στην Αλβανία

Καλέσαμε επίσης και τον φιλιατρινό λογοτέχνη Κώστα Κόλλια- Ερανιώτη, ο οποίος έγραψε για μας ιστορίες με υλικό αυτές τις λέξεις. Μας παρέσυρε κιόλας να γράψουμε κι εμείς. Τον ευχαριστούμε πολύ για όλα και κυρίως γιατί αγκάλιασε αυτή μας την πρωτοβουλία και επιμελήθηκε της έκδοσή της.

Βγάλαμε τέλος και αφίσα τονίζοντας πως στο σχολείο μας, μεταξύ άλλων, ανακυκλώνουμε και παλιές λέξεις. Και ήταν αρκετοί αυτοί που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά μας. Αυτοί οι οποίοι μας συνάντησαν για να μας δώσουν ένα χαρτάκι με σημειωμένες λέξεις ή που μας τις έστειλαν στο σχολείο. Τους ευχαριστούμε πολύ. Όπως ευχαριστούμε και τις διάφορες «πηγές» μας απ’ όπου αντλήσαμε λέξεις. Το περιοδικό «Φιλιατρά», την εφημερίδα «Φιλιατρινές Ώρες», το βιβλίο του Στασινού Χρονόπουλου «η Μάλη», το ΚΑΠΗ Φιλιατρών, την κυρία Διονυσία Συρράκου, την κυρία Σταματούλα Στασινοπούλου, τον κύριο Ορέστη Κρεκούκια.

Φυσικά, δε θα παραλείψω να ευχαριστήσω και την Κοινωφελή Επιχείρηση του Δήμου Τριφυλίας και προσωπικά τον Πρόεδρό της και Δήμαρχο κο Γεώργιο Λεβεντάκη για την ομόφωνη απόφαση να εκτυπωθεί αυτή η μικρή μας πολιτιστική εργασία και να μοιραστεί στους μαθητές των δημοτικών σχολείων της πόλης μας.

Συγκεντρώθηκαν τόσες λέξεις και οι μαθητές φτιάχνοντας προτάσεις, ιστοριούλες, ερωτηματολόγια και σταυρόλεξα έμαθαν να χρησιμοποιούν πολλές. Δεν είμαι σίγουρος αν θα μπουν στο καθημερινό τους λεξιλόγιο. Γι’ αυτό όμως που είμαι πεπεισμένος, είναι πως έμαθαν ότι υπάρχει αυτός ο χαμένος θησαυρός και πλούτος της γλώσσας μας και πού ξέρεις, ίσως συνεχίζοντας να ψάχνουν, διατηρήσουν ζωντανή την ελπίδα της διάσωσης αυτού του μέρους της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και ταυτότητας.

Ο Διευθυντής του 3ου Δημοτικού Σχολείου Φιλιατρών
Γιάννης Αλεξανδρόπουλος

ΥΓ Στείλτε μας στο email του σχολείου, mail@3dim-filiatr.mes.sch.gr όσες λέξεις θυμηθήκατε και δεν συμπεριλαμβάνονται σε αυτή την εργασία, προκειμένου να μπουν σε μια επόμενη έκδοση.

ΠΑΛΙΕΣ ΦΙΛΙΑΤΡΙΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
Α
⦁ Αβάκα=συντροφιά
⦁ Αβανιά =ρουφιανιά
⦁ Αβάντα=υποστήριξη
⦁ Αβγατίζω=αυξάνω
⦁ Αβέρτος=γενναιόδωρος
⦁ Αγάλι αγάλι= σιγά
⦁ Άγανο =οι «τρίχες» του σιταριού
⦁ Αγανός=απαλός
⦁ Αγάντα= σημείο στήριξης
⦁ Αγγειό=δοχείο
⦁ Αγιάζι=ψυχρός πρωινός αέρας
⦁ Αγκλιά=αποξηραμένη κολοκύθα που χρησιμοποιείτο για να βγάζεις νερό από το καζάνι
⦁ Αγκορτσιά=άγρια αχλαδιά
⦁ Αγκουρμάζομαι=κρυφακούω
⦁ Αγκουσεύομαι =ζεσταίνομαι
⦁ Αγκωνάρια=γωνιακές πέτρες του σπιτιού
⦁ Αγκωνή= η γωνία του ψωμιού
⦁ Αγλέουρας ή αγκλέουρας =βότανο, αλλά και πάθηση του λάρυγγα.Το λέγαμε όταν κάποιος έτρωγε πολύ
⦁ Αγνάντιο=μέρος με ωράια θέα
⦁ Αγρικάω=ακούω
⦁ Αδειάζω=ευκαιρώ
⦁ Αδερφομοίρια =Τα περιουσιακά στοιχεία που δεν ήταν μοιρασμένα ανάμεσα στ’ αδέρφια
⦁ Αδράχτι=το ξύλο που τύλιγαν το μαλλί όταν έγνεθαν
⦁ Αζούρι=κέντημα με τρύπες
⦁ Αητός=το πουλί, αλλά και η κλάρα ελιάς που πάει ψηλά. Επίσης αητός λέγεται και το κλαρί που φέρνει ο εργάτης στον νοικοκύρη όταν τελειώνει ο ράβδος.
⦁ Αΐσκιωτος= φοβισμένος
⦁ Ακαμάτης=τεμπέλης,αλλά και το κλήμα που δεν κάνει σταφύλια
⦁ Ακλαφούνηγος=άκλαφτος
⦁ Ακόνι =πέτρα για να κάνεις κοφτερά τα μαχαίρια, αλλά και όλα τα κοφτερά εργαλεία.
⦁ Ακουμπέτι= τελικά
⦁ Ακούτη=το πάνω μέρος του κεφαλιού
⦁ Ακριδολογάω=χαζεύω
⦁ Αλαλιάζω =τρελαίνω
⦁ Αλαμπουρνέζικα= ακαταλαβίστικα
⦁ Αλάνα=ανοιχτός χώρος
⦁ Αλάνι=αλητάκι
⦁ Αλάργα=μακριά
⦁ Αλαφιάζομαι =ανησυχώ ακούγοντας ξαφνικό θόρυβο
⦁ Αλέ=φύγε
⦁ Αλέγρος= εύθυμος,ανοιχτόκαρδος
⦁ Άλειμμα=το παστό
⦁ Αλιάδα=σκορδαλιά
⦁ Αλιβάνιγος= αυτός που δεν πάει στην εκκλησία
⦁ Αλικόντιο=εμπόδιο
⦁ Αλιπάρηγος= χωρίς λίπασμα
⦁ Αλισβερίσι=συναλλαγή
⦁ Αλισίβα=σταχτόνερο
⦁ Αλιστρατίζω= πανικοβάλλομαι, έχω ξεφύγει
⦁ Αλμπάνης=πεταλωτής
⦁ Αλόγα=χοντροφτιαγμένη γυναίκα
⦁ Αλούπι=πονηρός
⦁ Αλουπογάνης=περιφέρεται πονηρά σαν αλεπού
⦁ Αλτσί = αλμυρό
⦁ Αλυχτάει =κραυγάζει ένα ζώο
⦁ Αλωνάρης ή τρυγητής =Αύγουστος
⦁ Αμά =καλά να πάθεις
⦁ Αμάδα=παιδικό παιχνίδι με στρογγυλές πέτρες
⦁ Αμάκα=τζαμπατζίδικα
⦁ Αμανάτι =ενέχυρο
⦁ Αμέ=ναι
⦁ Αμέτι μουχαμέτι= επίμονα
⦁ Αμολάω=αφήνω να φύγει
⦁ Αμόνι= εργαλείο του σιδερά
⦁ Άμπακας= υπερβολικό φαγητό
⦁ Αμπάρι =κασόνι ξύλινο για το σιτάρι
⦁ Αμπάριζα=παιδικό παιχνίδι
⦁ Αμπαρώνω=κλειδώνω
⦁ Αμπέχονο= στρατιωτικό παλτό
⦁ Αμπλαούμπλας=πολυλογάς που δεν τον καταλαβαίνεις, χοντροκομμένος
⦁ Αμπράζικο=χοντροκομμένο
⦁ Αμπρί= πρόχειρο κατάλυμα
⦁ Αναβόλες=μικρά χωραφάκια σε πλαγιές σαν μπαλκόνια το ένα πιο πάνω από το άλλο
⦁ Αναβροχιά = έλλειψη βροχής
⦁ Αναγκεμένο=απρόσεχτο
⦁ Αναγλιτσιάζω=έχει γίνει λάσπη
⦁ Αναγουλιάζω έχω τάση για εμετό
⦁ Αναγρυμώνω=παραθαρρεύω
⦁ Αναδεξιμιός= βαφτιστήρι
⦁ Αναζουπώνω=συνέρχομαι
⦁ Αναθεματισμένο =καταραμένο
⦁ Ανακαντήρης=τεμπέλης
⦁ Ανάκαρο =κουράγιο
⦁ Ανάκατα ή ανακατερά =ανακατωμένα
⦁ Ανακαψίλα=κάψιμο στο στομάχι
⦁ Ανακλαριέμαι ή ανακλανιέμαι=τεντώνομαι
⦁ Ανακούρκουδα=οκλαδόν
⦁ Αναμπουμπούλα=αναστάτωση
⦁ Ανανταμ παπαντάμ = από πολύ παλιά
⦁ Ανάνταφλα=άτσαλα, βιαστικά
⦁ Αναπαμός=ξεκούραση
⦁ Αναπιάνω ή αναχερίζω =προετοιμάζω το προζύμι για ζύμωμα
⦁ Αναριγώ =ανατριχιάζω
⦁ Ανάριχτο=απλά ριγμένο στην πλάτη
⦁ Ανάρτυγο=χωρίς αλάτι
⦁ Ανασγουρλεύω=ανακατώνω ψάχοντας
⦁ Ανασγρουπώνω= συνέρχομαι
⦁ Ανασκελώνομαι=πέφτω ανάσκελα
⦁ Ανατσουτσουρώνομαι =ζωντανεύω
⦁ Αναφουφουλιάζω=κάνω κάτι μαλακό, αφράτο(πχ το μαξιλάρι)
⦁ Αναχαράζει= η γίδα που ξαναμασάει το φαγητό,μυρηκάζει
⦁ Αναχλά= αραιά
⦁ Αναχλοή= ανακάτεμα
⦁ Ανάχρεια= εργαλεία δουλειάς
⦁ Αναχρεικά= χρήσιμα οικιακά σκεύη
⦁ Ανδρομίδα= χοντρή μάλλινη κουβέρτα
⦁ Ανεβάσταγος= ανυπόμονος
⦁ Ανεμογκάστρι= όταν νομίζεις ότι είσαι έγκυος
⦁ Ανεμοχάβω= τρώω βιαστικά
⦁ Ανερώτηγα = χωρίς άδεια
⦁ Ανθογιάλι= βάζο
⦁ Αντάρα= θόρυβος
⦁ Αντήλιο= προστατευτικό από τον ήλιο
⦁ Αντί =εργαλείο αργαλειού
⦁ Αντίληψη=λιποθυμία
⦁ Αντινόμι= χωμάτινο ύψωμα
⦁ Ανώι =πάνω όροφος
⦁ Αξύριγος=αξύριστος
⦁ Απαγκιάζω=προστατεύομαι σε μια γωνιά από τον άνεμο
⦁ Απάγκιο= σημείο απάνεμο, όπου δε φυσά
⦁ Απαντοχή =υπομονή
⦁ Απίδι=αχλάδι
⦁ Απιθώνω=τοποθετώ
⦁ Απίκο= σε ετοιμότητα
⦁ Απίστομα=μπρούμυτα
⦁ Απλάδα=πιατέλα
⦁ Απλάνηγος=άξεστος
⦁ Άπλερο=καχεκτικό
⦁ Αποβροχάρης=μετά τη βροχή
⦁ Απογιάδα=ψυχρούλα
⦁ Απογιομίδι= λίγο ακόμα για να γεμίσει κάτι
⦁ Απογιούρα=απόμερο που δεν το πιάνει ήλιος
⦁ Αποκάικα=έμεινα άφωνος
⦁ Απόκανα=κουράστηκα
⦁ Αποκορωμένος=καταραμένος
⦁ Αποκοτιά=βλακεία, χαζομάρα, λάθος συμπεριφορά
⦁ Αποκούμπι = στήριγμα
⦁ Απολειφάδι ή πολειφάδι= υπόλειμμα
⦁ Αποπαίρνω =μαλώνω
⦁ Απόπατος=τουαλέτα
⦁ Αποσκιαδερός=ασυμπάθιστος
⦁ Αποσπερού=απόψε
⦁ Αποσταίνω=κουράζομαι
⦁ Απόσωσα= τελείωσα και κουράστηκα
⦁ Αποφόρι= ρούχο παλιό
⦁ Αποχαλινωμένος=αποβλακωμένος
⦁ Απριλώιτος=αρνητικός χαρακτηρισμός
⦁ Αραδαριά=σειρά
⦁ Αραλίκι =ξάπλα, ξεκούραση
⦁ Άρατα κούρατα =ασυνάρτητα λόγια
⦁ Άρατος=άφαντος
⦁ Άραχνος=κακομοίρης
⦁ Αρβάλα=φασαρία
⦁ Αρβάλια=χερούλια καζανιού
⦁ Αργιεύω = αραιώνω
⦁ Αρεσιά=ευχαρίστηση, ικανοποίηση, προίκα
⦁ Αριά =αραιά
⦁ Αριάνι=αραιό διάλυμμα
⦁ Αρίδα=το πόδι
⦁ Αργιεύω=αραιώνω
⦁ Αρίλογος=κόσκινο για το σιτάρι και τον τραχανά
⦁ Αριολόι= λίγες ελιές πάνω στο δέντρο
⦁ Αρλούμπα  = κουταμάρα, ανοησία
⦁ Αρμακάς= σωρός από πέτρες
⦁ Αρμάκι=μάντρα
⦁ Αρμεχτιάρικο(νερό ή κρασί)=αυτό που πιάνεις τώρα από την πηγή ή το βαρέλι
⦁ Αρναούτης=πεισματάρης, ισχυρογνώμων
⦁ Άρον άρον=βιαστικά
⦁ Άροτρο= εργαλείο για όργωμα
⦁ Αρούκατος = άτσαλος , άξεστος, χωρίς τρόπους
⦁ Αρουλιέμαι = ωρύομαι
⦁ Αρούρι=αρουραίος αλλά και πονηρός
⦁ Άρτζιμπούρτζι και λουλάς= ανακατωμένα (Πήγα σπίτι της και τι να δω. Όλα ήταν άρτζι μπούρτζι και λουλάς. Ρούχα από δω ,ρούχα από ‘κει.)
⦁ Αρτσίδι=μούσκεμα
⦁ Ασημώνω= δίνω χρήματα,
⦁ Ασκί=δερμάτινος σάκος
⦁ Ασκραούνιστος=χωρίς να ρίξεις δυναμιτάκια
⦁ Αστράχα=το μέρος του σπιτιού ανάμεσα στο πάνω μέρος ενός τοίχου και της σκεπής
⦁ Αταμάς=τεμπέλης
⦁ Άταρος=δεν είναι σφιχτός,αδύναμος
⦁ Ατζαμής=απρόσεχτος που κάνει ζημιές
⦁ Ατούρα=δίψα
⦁ Ατόφιος=ολόκληρος,ακέραιος
⦁ Ατσάγκλιγος= αχτένιστος
⦁ Ατσαλιά=ακαταστασία
⦁ Ατσικαλέ=αυτός που έχει ανέβει ψηλά
⦁ Αυτουνού=εκείνου
⦁ Αφάνα= θάμνος με αγκάθια κατάλληλος για σαρωματίνες
⦁ Αφηνιάζω=νευριάζω θυμώνω
⦁ Αφόρεγο ή Αφόρηγο =καινούργιο
⦁ Αφορμίζω=μολύνομαι
⦁ Αφράλα =θαλασσινό αλάτι
⦁ Άφτρα= φουσκάλα στο στόμα
⦁ Αφώτιγο = πολύ πρωί πριν χαράξει
⦁ Αχαΐρευτος= ανίκανος, ανεπρόκοπος
⦁ Αχούρα=μεγάλη επιθυμία
⦁ Αχούρι= χώρος για το γαϊδούρι
⦁ Αχταρμάς = πρόχειρο ανακάτωμα
⦁ Άχτι=μίσος, επιθυμία για εκδίκηση
Β
⦁ Βαβίζω=φωνάζω
⦁ Βαγένι=βαρέλι
⦁ Βαλαντώνω= βαλάντωσε στο κλάμα= έκλαιγε πάρα πολύ
⦁ Βαντάκα= δέμα με ρούχα
⦁ Βαργιεστημάρα=τεμπελιά
⦁ Βάρδουλα= Βάσεις των παπουτσιών που στερεώνονταν οι σόλες
⦁ Βαρκός=βάλτος, χωράφι που κρατάει νερό
⦁ Βαρυγκομάω=δυσανασχετώ
⦁ Βασκαντούρα=θαλασσινό όστρακο ως φυλαχτό για το μάτιασμα
⦁ Βασταγό ή γομάρι =το γαϊδούρι
⦁ Βασταγούρα= η γαϊδούρα
⦁ Βάτεμα=ζευγάρωμα
⦁ Βατσίνα  = εμβόλιο
⦁ Βελέντζα=κουβέρτα
⦁ Βελέσι =φούστα
⦁ Βέργα=κλαδί κλήματος
⦁ Βεργολυγάω= κουνιέμαι ευλύγιστα σαν βέργα
⦁ Βερεσέ= δανεικά
⦁ Βέρος = γνήσιος, αληθινός
⦁ Βεστόνι=σακάκι
⦁ Βίγγλα=παρατηρητήριο
⦁ Βιδάνιο=το ποσοστό κέρδους που έπαιρνε ο καφετζής από αυτούς που έπαιζαν χαρτιά
⦁ Βίκα ή χουρχούρα=πήλινο δοχείο για νερό
⦁ Βίσαλο=βότσαλο
⦁ Βίτσα=λεπτή βέργα που χτυπάνε(βιτσίζουν) τα ζώα
⦁ Βίτσιο=μια ασυνήθιστη συμπεριφορά
⦁ Βολοδέρνω=τριγυρνάω άσκοπα, περιπλανιέμαι
⦁ Βουή=έντονος ήχος-συμφορά
⦁ Βουκέντρα=μαστίγιο που χτυπούσαν τα ζώα
⦁ Βούκινο=ανακοίνωση, σάλπιγγα
⦁ Βουρ= όρμα
⦁ Βούρδουλας=μαστίγιο
⦁ Βουρκολιό=πολλά πράγματα στην ύπαιθρο
⦁ Βουρλίζομαι= γίνομαι έξαλλος
⦁ Βουρλίζω=τρελαίνω
⦁ Βούτα=ξύλινο βαρέλι ανοιχτό στο πάνω μέρος, μπουκιά
⦁ Βουτσέλα = μικρό βαρέλι
⦁ Βουτσί= ξύλινο δοχείο
⦁ Βρακοζώνι=κορδόνι που δένανε το βρακί
⦁ Βρετικά= όσα πρέπει να πάρει κάποιος για κάτι που βρήκε
Γ
⦁ Γαβάθα=ξύλινο ή πήλινο δοχείο
⦁ Γαδίνα=μεγάλο δοχείο, σουπιέρα
⦁ Γαλιά= γαλοπούλες
⦁ Γαλιφιά= το καλόπιασμα
⦁ Γαλομέτρα=δοχείο αρμέγματος
⦁ Γαλόστρα=το πρώτο γάλα ενός ζώου μετά τη γέννα
⦁ Γανιά= λέρωμα
⦁ Γανιάζω=λερώνω
⦁ Γανώματα=χάλκινα σκεύη
⦁ Γανώνω=γυαλίζω τα χαλκώματα
⦁ Γαριάζω=παίρνω θαμπό χρώμα
⦁ Γατιλάω= γαργαλάω
⦁ Γδούπος=θόρυβος όταν πέφτει κάποιος. (Ένα παιδί έπεσε από τη σκάλα και ακούστηκε ένας γδούπος)
⦁ Γδυτός=γυμνός
⦁ Γεμενί=μαντήλι για το κεφάλι
⦁ Γεννήματα =σπαρτά
⦁ Γεννιάστηκε=γέννησε για πρώτη φορά
⦁ Γεννοβολάει=γεννάει συνέχεια
⦁ Γεροντοπαλίκαρο =άγαμος, προχωρημένης ηλικίας
⦁ Γεροξούρας=ξεμωραμένος γέρος
⦁ Γιάντες=παιδικό παιχνίδι μνήμης με το κοκαλάκι από το στήθος της κότας
⦁ Γιαπί = οικοδομή
⦁ Γιαπράκια= ντολμάδες
⦁ Γιατάκι=κρυψώνα ληστών
⦁ Γιάτρα=για κοίτα
⦁ Γιατσάδα=ψυχρούλα
⦁ Γιογιό ή κατουρογυάλι=ουροδοχείο
⦁ Γιοματάρι = όταν ανοίγεις νέο βαρέλι κρασί.
⦁ Γιόμος=πλούσια σοδειά
⦁ Γιούκος=στοίβα με κουβέρτες
⦁ Γιούργια=έφοδος
⦁ Γιουρντί=αμάνικη γυναικεία κάπα
⦁ Γκάβαλο= περιττώματα αλόγου ή γαϊδάρου
⦁ Γκαβός = αλλήθωρος
⦁ Γκάμα = ποικιλία
⦁ Γκαντέμης = άτυχος
⦁ Γκαντεμιά = ατυχία
⦁ Γκαργκανιάζω= διψάω
⦁ Γκάργκανο=σκληρό και καμένο
⦁ Γκάφα=άστοχη πράξη
⦁ Γκεβγκίρα=τρυπητή κουτάλα
⦁ Γκιόσα=γριά γίδα, αλλά και η παλιόγρια και στριμμένη γυναίκα
⦁ Γκλάβα=μυαλό
⦁ Γκλίτσα=το μπαστούνι του βοσκού
⦁ Γκουργκούνι= αστράγαλος
⦁ Γκράβαρο =βραχώδες μέρος
⦁ Γκρας=ευθύς, φερέγγυος, αλλά και παλιό όπλο
⦁ Γκρίθια=τα μικρά ξυλάκια που ξεπέχουν από τα απλάνιστα ξύλα
⦁ Γκριτζάλα=τσουγκράνα
⦁ Γλαρώνω=νυστάζω
⦁ Γλέπω=βλέπω
⦁ Γλίνα=αργυλόχωμα
⦁ Γλίτσα=αυτό που πιάνει η πέτρα από το νερό και γλιστράει
⦁ Γλυκάδι =το ξίδι
⦁ Γλυκοδοχείο= δοχείο κατάλληλο να βάλεις το γλυκό
⦁ Γλωσσοτρώω =γρουσουζεύω
⦁ Γνέθω = φτιάχνω νήμα το μαλλί στη ρόκα
⦁ Γνέμα= κάνω νόημα
⦁ Γνώρα=γνωριμία
⦁ Γομάρι = το γαϊδούρι, αλλά και ο δυνατός o μεγαλόσωμος
⦁ Γόνα=γόνατο
⦁ Γούβα=βαθούλωμα
⦁ Γουδί=ξύλινο σκεύος για να κοπανάς και να αλέθεις υλικά για το φαγητό
⦁ Γουδίζω=κάνω κάτι πολύ αργά
⦁ Γουλί = το τελείως ξυρισμένο κεφάλι
⦁ Γουλιά=ρουφηξιά
⦁ Γουλίζω=χτυπάω το χταπόδι για να μαλακώσει
⦁ Γούπατο  = χαμηλή περιοχή,τόπος που βουλιάζει
⦁ Γουρλίδικος=τυχερός
⦁ Γούρνα=λαξεμένη στέρνα για να πίνουν νερό τα ζώα
⦁ Γουρνοπούλα=ψητό γουρουνόπουλο
⦁ Γουρνοτσάρουχα=παπούτσια από δέρμα γουρουνιού
⦁ Γουστέρα= μικρή σαύρα
⦁ Γούτος=το αρσενικό περιστέρι
⦁ Γράβαλο=τσουγκράνα
⦁ Γραδάρω=βρίσκω την πυκνότητα του υγρού με γράδο, με πυκνόμετρο
⦁ Γράνα= χαντάκι, άνοιγμα στο χώμα για να περνά το νερό
⦁ Γρατζαλάω=ανακατώνω
⦁ Γρατζαλίας=μικρό σκαπτικό για τους κήπους
⦁ Γρέζι = τρίμμα σιδήρου
⦁ Γρέκι=καλοκαιρινός υπαίθριος καταυλισμός
⦁ Γρι=τίποτα
⦁ Γροθιά ή γροθάρια ή γραθάκια=μικρές ελιές για φύτεμα
⦁ Γυναικωνίτης=το μέρος του που κάθονταν οι γυναίκες
Δ
⦁ Δανεικαριές= η προσφορά εργασίας μιας οικογένειας σε μια άλλη και αντίστροφα
⦁ Δαυλί=μισοκαμμένο ξύλο αλλά και ο μεθυσμένος
⦁ Δεκριάνι=ξύλινη πηρούνα για το γύρισμα της καλαμιάς στο αλώνι
⦁ Δεμάτι = δέσμη από κλαδιά ή άχυρα
⦁ Δευτεράντζα = πράγμα δεύτερης ποιότητας
⦁ Διακονιάρης = ο ζητιάνος
⦁ Διαμαντοκοτρώνα= έπαινος για άξια κοπέλα
⦁ Διαμιάς=μεμιάς
⦁ Διάσελο=ανάμεσα σε δυο βουνά
⦁ Διάτανος  = ο διάβολος
⦁ Δίκορκο= αβγό με δύο κρόκους
⦁ Διμούτσουνος  = διπρόσωπος
⦁ Δίπατο= διώροφο
⦁ Διφορίζω= καρπίζω δυο φορές τον χρόνο
⦁ Δόλιος=δυστυχισμένος
⦁ Δοξαπατρί = το μέτωπο, κατακούτελα
⦁ Δούγα= ξύλο βαρελιού
⦁ Δραγάτης  = ο αγροφύλακας
⦁ Δραγκώνω=πιάνομαι
⦁ Δράκος=νεογέννητο αγόρι
⦁ Δραπέτσι=πολύ ξινό
⦁ Δρασκελίζω=περνώ από πάνω
⦁ Δροτσίλα = δερματικό εξάνθημα που προκλήθηκε από ιδρώτα
⦁ Δρούγα=το όρθιο ξύλο για να τυλίγεται η κλωστή όταν έγνεθαν
⦁ Δώθενε =από εδώ
Ε
⦁ Έβγα(το)= η έξοδος
⦁ Έγγομος= πολύ γεμάτος, χοντρός
⦁ Εδεκεί=εκεί ακριβώς
⦁ Ειδώματα ή πρόβα =όταν επρόκειτο να ειδωθούν δυο νέοι προκειμένου να συνεχιστεί το προξενειό
⦁ Εμπριμέ=πολύχρωμα σχέδια
⦁ Έντο=νάτο
⦁ Εξεπιτούτου=επίτηδες
⦁ Έρεψα=αδυνάτισα
⦁ Ερμάρι=ντουλαπάκι
⦁ Ερμιαδιακός=έρημος
⦁ Ευτουπαχάμου ή Ευτουχάμου = εκεί κάτω
⦁ Έφριγο=διαπόμπευση
⦁ Έφριξα= έμεινα με το στόμα ανοιχτό για κάτι άσχημο που είδα ή άκουσα – δίψασα
⦁ Εφτού=εκεί
Ζ
⦁ Ζα=ζώα
⦁ Ζαβλακωμένος=μουδιασμένος
⦁ Ζαβός=ελαττωματικός
⦁ Ζαγάρι=το κυνηγόσκυλο
⦁ Ζακόνι=ελάττωμα
⦁ Ζαλιά=το φόρτωμα στην πλάτη.
⦁ Ζαλώνομαι = φορτώνομαι
⦁ Ζαμάνι = μεγάλο χρονικό διάστημα
⦁ Ζάπακας=καχεκτικός
⦁ Ζαπώνω=κλέβω
⦁ Ζάρα=πτυχή στο δέρμα ή σε ένα ύφασμα
⦁ Ζέβλα=ζυγός για τα βόδια
⦁ Ζέβω ή ζέχνω =βρομάω
⦁ Ζεματάω =  είμαι ζεστός, υπερθερμαίνομαι
⦁ Ζεμπερέκι=μηχανισμός που ανοίγει η πόρτα, ο σύρτης
⦁ Ζεμπίλι =ψάθινη τσάντα για ψώνια
⦁ Ζερβός=αριστερός
⦁ Ζερζεβούλης=πειραχτήρι, διάβολος
⦁ Ζήτουλας=ζητιάνος
⦁ Ζιπούνι= φανελάκι για μωρά
⦁ Ζίτσα=μικρό πήλινο δοχείο
⦁ Ζόγκος =εξόγκωμα
⦁ Ζουγκουνάω= κινούμαι συνεχώς όπως η μέλισσα στα λουλούδια
⦁ Ζούδι=άγριο και επιζήμιο ζώο
⦁ Ζούζουλο = ζωύφιο, το μικρό έντομο
⦁ Ζούλα = ενέργεια που γίνεται στα κρυφά, στα μουλωχτά
⦁ Ζουλάπι = 1) άγριο ζώο, το αγρίμι 2) μτφ. ο κουτοπόνηρος
⦁ Ζούμπακας ή ζουμπάς=κοντός
⦁ Ζουπάω ή ζουλάω=πιέζω
⦁ Ζούρα = η μούργα.
⦁ Ζουρλοκαμπέρω=τρελή
⦁ Ζουρλομπαντιέρα=η τρελή αλλά και η δραστήρια γυναίκα
⦁ Ζυγάρι=το ξύλο που έβαζαν στον ώμο για να μεταφέρουν σε ισορροπία, πράγματα
⦁ Ζυμωτερή =σκαφίδα που ζύμωναν
⦁ Ζωστήρα = ζώνη
Η
⦁ Ημερομήνια  (<ημέρα+μήνας) = η πρόγνωση του κάθε μήνα με βάση τη συγκεκριμένη μέρα του Αυγούστου.Οι παλιοί άνθρωποι παρατηρούσαν τον ουρανό τις έξι (πρωϊ-απόγευμα) πρώτες μέρες του Αυγούστου και πρόβλεπαν τον καιρό για όλο το χρόνο
⦁ Ήσαντε=ήταν
Θ
⦁ Θελλός=φελλός
⦁ Θελός = θολός
⦁ Θεομπαίχτης=απαταιώνας
⦁ Θεριακλής =μανιώδης καπνιστής
⦁ Θεριεύω=μεγαλώνω ,γίνομαι θηρίο.
⦁ Θεριστής=Ιούνιος
⦁ Θέρμη  = ρίγος, πυρετός
⦁ Θημωνιά = όλος ο σωρός από  χερόβολα και δεμάτια της ετήσιας παραγωγής των σιτηρών
⦁ Θροΐζομαι= μου κόβεται η ανάσα από φόβο
⦁ Θυμωτάρα= αυτή που θυμώνει εύκολα
⦁ Θωριά= εμφάνιση
⦁ Θωρώ=κοιτάζω
Ι
⦁ Ίγκλα=δερμάτινο λουρί για να δένουν το σαμάρι πάνω στο ζώο
⦁ Ιδιάζω=προετοιμάζω το νήμα για τον αργαλειό
⦁ Ιδιανός= ίδιος
⦁ Ινάτι ή γινάτι=πείσμα
⦁ Ιράμι= =χαλί
Κ
⦁ Καβάντζα= κρυψώνα, απόθεμα ενός πράγματος
⦁ Καβατζάρω= ξεπερνάω τις δυσκολίες
⦁ Καγιανάς= αυγά χτυπητά με σάλτσα ντομάτα
⦁ Καγκουλάω=μιλάω σαν μικρό παιδί
⦁ Καζάκα ή  Καζαμπλάκα =πλεκτή μπλούζα χωρίς μανίκια, πλεχτό γιλέκο
⦁ Καζάντια  = τα πλούτη, τα κέρδη
⦁ Καζαντίζω= μαζεύω κέρδη, πλουτίζω
⦁ Καζίλι=το σκοινί του χαρταετού
⦁ Καζούρα ή κάζο =πείραγμα
⦁ Καθετή = εργαλείο ψαρέματος
⦁ Καθήκι = το ουροδοχείο αλλά και ο παλιάνθρωπος
⦁ Καΐλα=συμφορά, στενοχώρια
⦁ Καιροπετάω=αναβάλλω
⦁ Κακάβι =μεταλλικό μεγάλο δοχείο ,καζάνι
⦁ Κακαβολίθι=πέτρες πάνω στις οποίες έβαζαν το καζάνι
⦁ Κακάδι= ξερό αίμα σε πληγή
⦁ Κακαράτζα= τα περιττώματα της γίδας και του προβάτου.
⦁ Κακαρώνω = πεθαίνω
⦁ Κακίστρω= πολύ κακιά
⦁ Καλαμεριάζω=κάνω πιο πέρα
⦁ Καλαπόδι=η φόρμα που χρησιμοποιούσε ο τσαγκάρης για να φτιάξει παπούτσια
⦁ Καλιά μου= (πάω καλιά μου) στον αγύριστο, πεθαίνω
⦁ Καλιάζω=βάζω κάτι ψηλά όπου δεν το φτάνεις εύκολα
⦁ Καλιγώνω = πεταλώνω
⦁ Καλικούτσα=παίρνω κάποιον στην πλάτη
⦁ Καλλικατζούρες=παλιογράμματα
⦁ Καλντερίμι = λιθόστρωτος δρόμος
⦁ Κάλντισα ή μπαΐλντισα=ξέμεινα από δυνάμεις
⦁ Καλούδια= δώρα, γλυκίσματα
⦁ Καλούμπα = ο σπάγγος του χαρταετού
⦁ Καμιανού=κανενός
⦁ Καμίζα=αντρικό σακάκι χωρίς φόδρα για τη δουλειά
⦁ Καμπαετιλού=δραστήρια και καπάτσα γυναίκα
⦁ Καμπόσος = αυτός που νομίζει ότι είναι σπουδαίος
⦁ Καμτσίκι ή καμουτσί  = μαστίγιο για ζώα
⦁ Κανακάρης = το μοναχοπαίδι
⦁ Κάνας = κανένας
⦁ Κάνε κράτει= κρατήσου
⦁ Κανέ μου=τότε;
⦁ Κανιά=πόδια
⦁ Κανίστρι=μεγάλο καλάθι
⦁ Καντάρι =μικρή ζυγαριά
⦁ Κάντιο=είδος καραμέλας
⦁ Καντούνι=στενό πέρασμα, δρομάκι ανάμεσα στα σπίτια
⦁ Κάπαρο = χρηματική εγγύηση
⦁ Καπάτσος= έξυπνος, καταφερτζής, επιτήδειος
⦁ Καπίστρι =δερμάτινο κατασκεύασμα για να δένουν και να τραβούν τα ζώα από το πρόσωπο
⦁ Καπλατίζω= βάζω κάλυμμα σε κουβέρτα
⦁ Καπόνι= μεγάλος κόκορας
⦁ Καπούλι = τμήμα της ράχης των ζώων, πριν από την ουρά
⦁ Καπριτσαδόρος=πεισματάρης
⦁ Καραβώνω=τρώω πολύ
⦁ Καραμούζα = τρομπέτα
⦁ Καραμπινάτος = προφανής, δυνατός
⦁ Καραμπουζουκλής  = λεβέντης κοροϊδευτικά
⦁ Κάργα= γεμάτα
⦁ Κάργκανο=τρύπα στο έδαφος όπου χάνεται το νερό
⦁ Καρδαμώνω=δυναμώνω
⦁ Καριόλα= κρεβάτι αλλά και παλιογυναίκα
⦁ Καρκάτζουλας=αδύνατος
⦁ Καρλάφτης=αυτός που έχει μεγάλα αυτιά
⦁ Καρμίρης = άνθρωπος μίζερος
⦁ Καρναβίτσα = εξόγκωμα στα χέρια, μυρμηγκιά
⦁ Καρούλες = φουσκάλες
⦁ Καρούτα=ξύλινη σκαφίδα
⦁ Καρσιντίζω=σημαδεύω να περάσω το βελόνι
⦁ Καρτέρι = ενέδρα, αναμονή
⦁ Καρύτζαφλος ή καρούτζος=λάρυγγας της κότας
⦁ Κασελέτα=καφάσι, μπαούλο
⦁ Κασκέτο=καπέλο
⦁ Κασμάς=στενή αξίνα
⦁ Κασσάρι=αγροτικό εργαλείο για να κόβουν τα χορτάρια
⦁ Καστραβέτσι=αγγούρι
⦁ Καταβολάδα = μέθοδος πολλαπλασιασμού των φυτών, κατά την οποία ένα κλαδί, χωρίς να αποκοπεί από τον κορμό, φυτεύεται στη γη για να σχηματίσει καινούρια ρίζα
⦁ Κατακούτελα=κατά πρόσωπο, απότομα
⦁ Καταλιακού=κάτω από τον ήλιο
⦁ Καταπέτασμα = πολύ μεγάλη ποσότητα φαγητού
⦁ Καταπιώνας= οισοφάγος
⦁ Καταπότης=το αυλάκι για πότισμα των χωραφιών
⦁ Κατατόπια=γνώριμα μέρη
⦁ Κατεβασιά = ορμητικό ρεύμα ποταμού
⦁ Κατεβατός=νυχτερινός κρύος αέρος που έρχεται από το βουνό
⦁ Κατίνα=ράχη
⦁ Κατόι =ισόγειο
⦁ Κατούντα=προκοπή
⦁ Κατράμι =ρευστή μαύρη πίσσα
⦁ Κατραπακιά= καρπαζιά, κατακεφαλιά, πλήγμα
⦁ Κατρουγιάλι= το δοχείο νυχτός
⦁ Κατρούτσο=κανάτα για κρασί
⦁ Κατσαβονιάρης=ζαβολιάρης
⦁ Κατσάδα = μάλωμα
⦁ Κατσάρια=παντόφλες χωρίς φτέρνα
⦁ Κατσαρόλι=ποτήρι μεταλλικό
⦁ Κάτσε=κάθισε
⦁ Κατσιάζω=κάνω κάτι να παραμείνει πολύ μικρό
⦁ Κατσικοπόδαρος = ο γρουσούζης
⦁ Κατσικώνομαι =γίνομαι φορτικός
⦁ Κατσιμουδιά=γκρίζα ατμόσφαιρα
⦁ Κατσιμπούλα=μικρή πεταλούδα
⦁ Κατσιφάρα=ομίχλη
⦁ Κατσόμαλλα= αδύνατα μαλλιά που πετάνε
⦁ Κατσούλι= γάτα
⦁ Κατσουλοπαντρειά =όχι καλή παντρειά
⦁ Κατσουλοπατάει=περπατάει αθόρυβα
⦁ Κατώι= υπόγειο
⦁ Καύκαλο = το κρανίο
⦁ Κάφυρο=ρουθούνι
⦁ Καψάλι=μικρό ξύλο που το έβαζαν στο στόμα του κατσικιού για να μη βυζαίνει
⦁ Καψαλίζω= τσουρουφλίζω
⦁ Καψερός=κακομοίρης, καημένος
⦁ Καψοκαλύβας = ο ανεπρόκοπος
⦁ Καψουρεύομαι= ερωτεύομαι
⦁ Κελάρι=χώρος αποθήκευσης κρασιών
⦁ Κελεπούρι=κάτι εκλεχτό
⦁ Κέρβερος=πολύ σκληρός(σαν τον σκύλο του Άδη)
⦁ Κεσάτια=ανεργία
⦁ Κεσές=μικρό δοχείο για γιαούρτι
⦁ Κιάφι= θειάφι
⦁ Κιλίμι=μικρό υφαντό
⦁ Κιοτεύτω=δειλιαζω
⦁ Κιοτής =δειλός
⦁ Κιούγκι= τσιμεντένιος υδροσωλήνας
⦁ Κιούπι ή κίπι =μεγάλο πήλινο δοχείο για λάδι
⦁ Κιτάπι = λογιστικό βιβλίο
⦁ Κιώνω=τελειώνω
⦁ Κλαμπάτσα =αρρώστια των ζώων
⦁ Κλαμπατσίμπανα=μουσικά όργανα
⦁ Κλαφουνάω=κλαψουρίζω
⦁ Κλειδοπινάκιο= ξύλινο δοχείο στο οποίο έβαζαν ελιές
⦁ Κλημαντίρης=νηστικός ,αδύνατος
⦁ Κλήρος =περιουσία
⦁ Κλιτσινάρα=η κλείδωση πίσω από το γόνατο
⦁ Κλοντήρι =κανάτι λαδιού
⦁ Κογιονάρω=πειράζω
⦁ Κογιόνης=πειραχτήρι
⦁ Κόγκξες=κολπάκια
⦁ Κοδέλα=στροφή δρόμου
⦁ κοζάρω=εξετάζω προσεχτικά
⦁ Κοθόνι=βρισιά για κάποιον που είναι κουτός
⦁ Κόθρος= κυκλική ξύλινη βάση για να τεντώνεται το πανί του κεντήματος
⦁ Κοκάρι=μικρό κρεμμύδι για φύτεμα
⦁ Κοκέτα=καλοντυμένη
⦁ Κοκό =το αυγό
⦁ Κοκολόγια=τα σπυριά οι ελιές που τις μάζευαν οι μαζώχτρες
⦁ Κοκορώνω=σκαρφαλώνω
⦁ Κοκόσι=καρπός μύγδαλου ή καρυδιού
⦁ Κοκότα=όμορφη κοπέλα, αλλά και απελευθερωμένη γυναίκα
⦁ Κολάστρα= πρώτο γάλα
⦁ Κολατσίζω=τρώω πρόχειρα
⦁ Κολιάνιτσα =αρρώστια
⦁ Κολιτσάκια=σιδερένιες πιάστρες πάνω στο σαμάρι για να δένεται το φορτίο
⦁ Κολιτσίδα=πολύ κολλημένα, αλλά και ο φορτικός άνθρωπος
⦁ Κολιτσίνα=τράπουλα
⦁ Κόλλυβα =σπερνά
⦁ Κολλυβογράμματα=λίγα γράμματα
⦁ Κολόμπα=ο κορμός μιας ελιάς που μεταφυτεύεται
⦁ Κολορίζι = νέος βλαστός που φυτρώνει από τη ρίζα ενός φυτού
⦁ Κολυμπηθρόξυλο = κυριολεκτικά το ⦁ ξύλο από ένα ⦁ ναυάγιο που μπορεί να δώσει ⦁ ευκαιρία ⦁ ζωής σε έναν ⦁ ναυαγό . Η κύρια χρήση της λέξης είναι μεταφορική, με την έννοια μιας βίαιης κατάστασης που άφησε πίσω της καταστροφή (τόση που να μην μείνει ξύλο ικανού μεγέθους για να βοηθήσει κάποιον να πιαστεί και να επιπλεύσει).
⦁ Κόμματος = πολύ ωραία γυναίκα
⦁ Κομός=ξύλινο έπιπλο
⦁ Κομπογιαννίτης =εμπειρικός γιατρός, ο αγύρτης
⦁ Κομπόδεμα = οι οικονομίες
⦁ Κόνξες= κολπάκια, σκέρτσα
⦁ Κονόμα=κέρδος
⦁ Κονταυγή=χάραμα
⦁ Κοντόβραδο= όταν πλησιάζει να βραδιάσει
⦁ Κοντομίρι=σίδερο που ασφαλίζει την πόρτα
⦁ Κοντύλι=μολύβι για να γράφεις στην πλάκα
⦁ Κόπανος= ξύλο που κοπανούσαν τα ρούχα στο πλύσιμο, αλλά και ο κουτός ή ο παλιάνθρωπος
⦁ Κοπετίνα= ξερός όγκος χώματος
⦁ Κορακιάζω =τρώω λαίμαργα, αλλά και διψάω
⦁ Κοράτσα=βρόμα στο δέρμα
⦁ Κόριζα=αρρώστια των κοτών
⦁ Κορίτος=δοχείο για να τρώνε τα ζώα, βρόμικος άνθρωπος
⦁ Κορκοφίγκι=γλυκό με το πρώτο γάλα της γίδας μετά τη γέννα
⦁ Κορομυθίες=αστεία
⦁ Κόρτσαλα=ξερά κοτσάνια σταφίδας
⦁ Κορφιάζω= πάω ως την κορφή
⦁ Κοτάω= τολμώ να κάνω κάτι
⦁ Κοτζάμ(ου)= τόσο μεγάλος,ολόκληρος
⦁ Κοτρώνα=μεγάλη πέτρα
⦁ Κοτσά= δέσμη φρούτων
⦁ Κοτσάνα=βλακεία
⦁ Κότσι =αστράγαλος
⦁ Κουβαλιέμαι=μετακομίζω
⦁ Κουκέτα=σιδερένιο κρεβάτι
⦁ Κούκλα=καλαμπόκι
⦁ Κουκουσέλι=χαλάζι
⦁ Κουλά= τα χέρια
⦁ Κουλαντρίζω=κουμαντάρω
⦁ Κουλουβάχατα= ανακατωμένα
⦁ Κουλουπώνω=καλύπτω
⦁ Κουμαντάρω=ελέγχω
⦁ Κουμάσι  = 1) ο στάβλος του γουρουνιού 2) βρισιά για τον παλιάνθρωπο
⦁ Κουμούτσι=χοντρό κομμάτι ψωμιού
⦁ Κουμπούρα= παλιό πιστόλι
⦁ Κουμπούρας=ο αμόρφωτος
⦁ Κουνουπαράς=κουμπαράς
⦁ Κουντέλι=ξύλο με διχάλα για να στηρίζουν τα κλήματα
⦁ Κουντούρα=παιχνίδι με ξυλάκια
⦁ Κουραφέξαλα=βλακείες, κουταμάρες
⦁ Κούρβουλο=κορμός του κλήματος
⦁ Κουρελού = υφαντό στο οποίο έχουν χρησιμοποιηθεί λεπτές λουρίδες διάφορων υφασμάτων (κουρέλια)
⦁ Κουρεμπάτσα=κοντό κούρεμα
⦁ Κουρκουσέλι =το χαλάζι
⦁ Κουρκούτι = ο χυλός
⦁ Κούρμπα =στροφή, καμπύλη
⦁ Κουρμπέτι= η πιάτσα αλλά και η άστατη νυχτερινή ζωή
⦁ Κούρνια=σπίτι της κότας
⦁ Κουρνιάζω= μπαίνω στη φωλιά μου
⦁ Κουρούμπελο=αυτός που ήπιε πολύ
⦁ Κουρούπα= δοχείο για να πίνουν νερό οι κότες
⦁ Κουσί=παλιόρουχο αλλά κι ένα ανθρώπινο ράκος
⦁ Κουσούρι=ελάττωμα
⦁ Κούτα =πακέτο αλλά και μικρό σκυλί
⦁ Κούτελο=μέτωπο
⦁ Κουτουλάω=νυστάζω
⦁ Κουτουπώνω=χτυπώ πολύ και γρήγορα
⦁ Κουτουράδα= βλακεία
⦁ Κουτουρού=στα τυφλά, απερίσκεπτα
⦁ Κούτρα=κεφάλι
⦁ Κουτρουβαλίζομαι= πέφτω και κυλάω
⦁ Κουτρούλι = ο σωρός από χώμα που γίνεται με το σκάψιμο του αμπελιού
⦁ Κουτσούβελα = μικρά παιδιά
⦁ Κουτσουκέλα= απάτη, κατεργαριά, ζημιά, ατιμία, σκανταλιά
⦁ Κουτσουμπέλι=πιτσιρίκι
⦁ Κουτσούνα=κούκλα, όμορφη
⦁ Κουτσουρεύω=αφαιρώ ένα τμήμα
⦁ Κουτσουρούπας=βλάκας
⦁ Κουφόβραση = αποπνικτική ζέστη σε μέρα ιδιαίτερα υγρή
⦁ Κούφος=όταν δεν υπάρχει γιόμος στις ελιές
⦁ Κόφα=καλάθι για σταφύλια
⦁ Κοφινέλα=για να πατούν τα σταφύλια
⦁ Κοφίνι=μεγάλο καλάθι
⦁ Κοψιά=μέγεθος
⦁ Κοψοχρονιά = μισοτιμής
⦁ Κράνη =πείνα, ξεραΐλα
⦁ Κράση =ιδιοσυγκρασία
⦁ Κρασοπατέρας = κρασοπότης
⦁ Κρεματζουλιέμαι= κρεμιέμαι από κάπου
⦁ Κρένω=μιλάω
⦁ Κρεπάρω= κουράζομαι πολύ
⦁ Κρισάρα=εργαλείο με σίτα για να καθαρίζεις τη σταφίδα ή το αλεύρι
⦁ Κρουστός=σκληρός( για πλεχτά)
⦁ Κυράτσα=η κουτσομπόλα
⦁ Κωλοπετσωμένος = έμπειρος
⦁ Κωλοφωτιά=πυγολμπίδα
⦁ Κωλώνω = δειλιάζω αλλά και εμποδίζω
Λ
⦁ Λάβρα = φωτιά, η μεγάλη ζέστη,
⦁ Λαγγεύει= κινείται χωρίς να το θέλω το βλέφαρο του ματιού
⦁ Λαγκουνίζω =γυαλίζω
⦁ Λαγοκοιμάμαι= κοιμάμαι σαν το λαγό, μισοκοιμάμαι
⦁ Λάκα=ανοιχτός χώρος
⦁ Λακάω=τρέχω
⦁ Λακητή=η φευγάτη, αλλά και μια μοναχική ελιά
⦁ Λάκκος= η θέση του αργαλειού
⦁ Λακριντί  = ψιλοκουβεντούλα
⦁ Λαλαγγίδες=τηγανίτες
⦁ Λαλαγκόψωμο=τηγανόψωμο
⦁ Λάμια  =στρίγγλα, νεράιδα
⦁ Λαμόγιο: απατεώνας
⦁ Λαμπίκος  = γυαλιστερός
⦁ Λανάρι= ξύλινο εργαλείο σα βούρτσα για την επεξεργασία του μαλλιού
⦁ Λάντζα : το πλύσιμο των πιάτων
⦁ Λάσκα=ελεύθερα
⦁ Λατανάει =θηλάζει
⦁ Λαχανούδες= αυτές που μάζευαν λάχανα
⦁ Λεβέτι=καζάνι
⦁ Λειτουργιά=το ψωμί για την λειτουργία
⦁ Λέτσος=ατημέλητος
⦁ Λεφούσι=μεγάλος αριθμός ανθρώπων ή ζώων
⦁ Λεχρίτης = ο αλήτης, ο απατεώνας, ο ανήθικος
⦁ Ληνός=πατητήρι σταφυλιών
⦁ Λιάζεις=μιλάς συνέχεια χωρίς νόημα
⦁ Λιανά=κέρματα
⦁ Λιανίζω= κόβω λεπτά ξύλα
⦁ Λιανός: λεπτός
⦁ Λιάπικα=τα ρούχα της δουλειάς
⦁ Λιάστρα=απλώστρα
⦁ Λίγδα=βρόμα
⦁ Λιγούρα : αίσθημα έντονης πείνας μέχρι λιποθυμίας
⦁ Λιγοψυχιά=έλλειψη θάρρους
⦁ Λιγώνω=έφαγα κάτι πολύ γλυκό
⦁ Λιλιά=παιχνιδάκια
⦁ Λιμασμένος=πεινασμένος
⦁ Λιμοκοντόρος : νεαρός
⦁ Λίμπα= γεμάτο νερό, ζημιά
⦁ Λιμπί=δεξαμενή παλιού ελαιοτριβείου
⦁ Λινάτσα= ύφασμα από λινάρι
⦁ Λίξα= λιγούρα, επιθυμία
⦁ Λιοκκόκια=σπασμένα κουκούτσια ελιάς
⦁ Λιοπανού= η εργάτρια που τραβάει τα πανιά στον ράβδο
⦁ Λιτρουβιό=ελαιοτριβείο
⦁ Λιχνίζω=πετώ το σιτάρι ή τις ελιές στον αέρα για να καθαρίσουν από τα φύλλα ή το άχυρο.
⦁ Λοβιτούρα =απάτη, κομπίνα
⦁ Λόγγος = πυκνό θαμνώδες δάσος
⦁ Λογγοφούσκι= χώμα που δημιουργείται κάτω από τα δέντρα του λόγγου
⦁ Λόζος=χώρος για το γουρούνι
⦁ Λόιδο = Η άσπρη τούφα στα μαλλιά
⦁ Λολή=τρελή
⦁ Λόντρα= λοίπος χοιρινού
⦁ Λοξός=τρελός αλλά και πλάγιος
⦁ Λόπια=είδος φασολιού
⦁ Λόρδα  = η πείνα
⦁ Λότζα=το μέρος που μένουν τα πρόβατα, το μαντρί
⦁ Λούβα=αρρώστια
⦁ Λούκι=δυσκολία,υδρορροή και αυτό που μένει από το καλαμπόκι
⦁ Λούμπα=λακούβα με νερό
⦁ Λουμπινιά = παρανομία
⦁ Λουμπούκι =λούκι του καλαμποκιού
⦁ Λουμώνω = κρύβομαι
⦁ Λούρα=βέργα
⦁ Λουρίδα=ζώνη
⦁ Λούσο=καλλωπισμός
⦁ Λούστρος=αυτός που καθάριζε παπούτσια στους δρόμους
⦁ Λουτριάζω=πλένω με βότανα το βαρέλι για να βάλω κρασί
⦁ Λούτσα=μούσκεμα
⦁ Λουτσίζομαι =βρέχομαι
⦁ Λουτσίζω=καταβρέχω
⦁ Λουφάρω=αποφεύγω μια δουλειά
⦁ Λωβός= αρρωστιάρης, αδύνατος
⦁ Λωλός=τρελός
Μ
⦁ Μαγάρα = ακαθαρσία, σιχαμάρα
⦁ Μάγγανα=ο καυγάς
⦁ Μαγγάνι=ο μηχανισμός πάνω από το πηγάδι όπου τυλιγόταν το σκοινί του σίχλου
⦁ Μαγκάλι= η παλιά «σόμπα» με τα κάρβουνα
⦁ Μαγκιόρος = μάγκας,
⦁ Μαγκούφης = αυτός που ζει μόνος
⦁ Μαγκώνω: συλλαμβάνω, πιάνω, τσακώνω
⦁ Μαδέρι = χοντρή σανίδα ή καδρόνι.
⦁ Μαΐστρα=μικρό χωμάτινο δρομάκι
⦁ Μακιά=λέρωμα
⦁ Μάκινα=μηχάνημα για να διαχωρίζει τη σταφίδα από τα κόρτσαλα
⦁ Μακρυνάρι= μακρόστενο
⦁ Μαλαγάνας=αυτός που ελίσσεται , έχει επιχειρήματα και τα καταφέρνει
⦁ Μαλαγαριά=ο χώρος που κρύβεται ένα άγριο ζώο
⦁ Μαλάζω =μαλακώνω
⦁ Μαλιγούρδας= ευέλικτος και διπλωμάτης που ελίσσεσαι (και η μαμά του του κάνει όλες τις χάρες)
⦁ Μαλίνα=τρομάρα
⦁ Μαλλιοβράσι=καυγάς
⦁ Μάμα=το στομάχι της κότας
⦁ Μάμαδο= πολύ μαλακό
⦁ Μαμάκος=παιδί της μαμάς
⦁ Μαμούκαλα =οι καρποί της κουτσουπιάς
⦁ Μαμούχαλος=αργός και χαζός
⦁ Μάναμου = φιλική έκφραση οικειότητας προς κάποιον
⦁ Μάνι μάνι  = τώρα αμέσως
⦁ Μανιάρα=μικρό τσεκούρι
⦁ Μανίλα=συμφορά
⦁ Μανίτσα = μανούλα
⦁ Μανούρα = μπλέξιμο, μπελάς, φασαρία
⦁ Μάνταλος= σύρτης
⦁ Μαντάρα=ανακάτωμα, καταστροφή
⦁ Μαντάρω=ράβω τις τρύπες στις κάλτσες
⦁ Μαντάτο = είδηση
⦁ Μαντζέτο=μπουκέτο
⦁ Μαντρί= « Το σπίτι» για τα πρόβατα
⦁ Μάπα=λάχανο, σφουγγαρίστρα ,πρόσωπο
⦁ Μαράζι = βασανιστική σκέψη, έγνοια
⦁ Μαραφέτι =  εργαλείο
⦁ Μαραφουλάω= περιεργάζομαι κάτι με τα χέρια
⦁ Μαρκάλισμα=ζευγάρωμα
⦁ Μαρμάγκα = είδος δηλητηριώδους αράχνης
⦁ Μαρτίνα=μικρή προβατίνα
⦁ Μάσα = φαΐ
⦁ Μασά=σιδερένιο εργαλείο για το τζάκι
⦁ Μασίστας =γεροδεμένος και πολύ δυνατός άνθρωπος
⦁ Μασλάτια=κουβέρτες
⦁ Μαστραπάς= δοχείο για να σερβίρεις κρασί ή νερό
⦁ Ματαβρήκα=ξαναβρήκα, αλλά και άλλαξα γνώμη
⦁ Ματάγινε=ξανάγινε
⦁ Ματίζω = αυξάνω το μήκος
⦁ Ματραγκάνα=κρυάδα
⦁ Ματσάκι=μπουκέτο
⦁ Ματσαραγκιά=πονηριά
⦁ Ματσούκι = μεγάλο και χοντρό ραβδί, μακρύ ξύλο
⦁ Μαυροτσούκαλος =μαύρος σαν το τσουκάλι, μελαχρινός
⦁ Μαχμουρλίδικος = νυσταγμένος
⦁ Μείνεσκε=έμεινε
⦁ Μελεούνι  =  αμέτρητο πλήθος
⦁ Μελιγκόνια=μυρμήγκια
⦁ Μέλωμα=σιρόπιασμα
⦁ Μερεμέτια =  ψιλοδουλειές
⦁ Μερεύω=γαληλεύω
⦁ Μεριάζω =παραμερίζω
⦁ Μεροδούλι = η δουλειά μίας μέρας, μεροκάματο
⦁ Μέρος =τουαλέτα
⦁ Μεροφάι=ό,τι ξοδεύεται σε μια μέρα(μεροδούλι,μεροφάι)
⦁ Μεσάλα =τραπεζομάντηλο
⦁ Μεσιάζω=φτάνω κάτι μέχρι τη μέση
⦁ Μετζάρης =αυτός που θυμώνει εύκολα
⦁ Μέτρα=δοχείο που αρμέγανε τα γίδια
⦁ Μηλίγγι = τμήμα του ανθρώπινου προσώπου που βρίσκεται ανάμεσα στο μάτι και στο άνω τμήμα του αυτιού· κρόταφος.
⦁ Μιζαμπλί=κούρεμα
⦁ Μιμί=τραύμα
⦁ Μινάρας =βρισιά
⦁ Μισακά =όταν δουλεύεις ξένο χωράφι και παίρνεις τη μισή σοδιά
⦁ Μισακό = κάτι που ανήκει σε δύο
⦁ Μισόγεμο=μισογεμάτο
⦁ Μισοκαδιάρης=ο ελλειματικός(μισή οκά)
⦁ Μισοκούτελος=μισότρελος
⦁ Μιτάρι = εξάρτημα του παραδοσιακού αργαλειού μέσα στο οποίο τοποθετείται το νήμα
⦁ Μίτζελος=ο καθυστερημένος, ο ακοινώνητος
⦁ Μοιρολογώ =λέω μοιρολόγια, θρηνητικά τραγούδια για νεκρό.
⦁ Μόκο=σιωπή
⦁ Μολαΐνικο= καχεκτικό
⦁ Μολεμένος= μολυσμένος
⦁ Μόμιλα=μικροπράγματα
⦁ Μοναχοφάης = αυτός που τρώει μόνος του, δεν μοιράζεται αγαθά
⦁ Μόνε-μόνε= λίγο λίγο, ίσα ίσα
⦁ Μονόβεργος=κλάδεμα στο αμπέλι
⦁ Μονοιάζω= συμφιλιώνομαι
⦁ Μονοκοπανιά = μονομιάς
⦁ Μοσκιός=βλάκας
⦁ Μόστρα=βιτρίνα
⦁ Μούκουλα=φουσκωμένο δέρμα κάτω από το σαγόνι
⦁ Μουλαρώνω = επιμένω για κάτι
⦁ Μουλιάζω= βάζω στο νερό
⦁ Μουλωχτός=αθόρυβος, που δε γίνεται αντιληπτός, σιγανός, ύπουλος
⦁ Μουντάδα = θολούρα, έλλειψη φωτός, συννεφιά
⦁ Μουντζαλιά  =  μουντζούρα από μελάνι
⦁ Μούργα= το κατακάθι του λαδιού
⦁ Μουργέλα = τεμπελιά, βαρεμάρα, έντομο
⦁ Μούρλια =τρέλα, αλλά και πολύ καλό, πολύ όμορφο
⦁ Μουρλός=τρελός
⦁ Μουρντάρης=γυναικάς
⦁ Μούρτζι=το λυκαυγές, η αυγή , το χάραμα
⦁ Μουρτσοκλαίω: κλαίω λίγο, κάνω πως κλαίω, κλαίω γκρινιάζοντας, ψευτοκλαίω.
⦁ Μουσαφίρης=επισκέπτης
⦁ Μουσίτσα=πονηρή κατεργάρα
⦁ Μουστρίθηκα=πασαλίφτηκα
⦁ Μουτσούνα=πρόσωπο, μάσκα
⦁ Μουτσουνάτα =όταν τρως ή πίνεις κάτι χωρίς μαχαίρι και πιρούνι(πχ μια ντομάτα από το περιβόλι έτσι όπως είναι χωρίς να την κόψεις σαλάτα)
⦁ Μουτσουτσούνια=ναζάκια
⦁ Μούφα = λέγεται για κάτι ψεύτικο
⦁ Μπαγιασόν=ανδρικό καπέλο
⦁ Μπαγκάζι = η αποσκευή
⦁ Μπαγλαρώνω = κλειδώνω, πιάνω κάποιον
⦁ Μπαζίνα=χυλός από καλαμπόκι
⦁ Μπαζουνιάζω=τρώω πολύ
⦁ Μπαΐλντισα =κουράστηκα
⦁ Μπαϊράκι=σημαία
⦁ Μπάκα=κοιλιά
⦁ Μπάκακας=βάτραχος
⦁ Μπακίρια=χαλκώματα
⦁ Μπακούρι = εργένης
⦁ Μπαμπανάτσα=ψωμί με αλειμμένη ντομάτα , ρίγανη, λάδι και αλάτι
⦁ Μπαμπούγερας=έντομο στα όσπρια
⦁ Μπαμπούλας = φάντασμα, σκιάχτρο, ό,τι προκαλεί φόβο
⦁ Μπαμπουλώνομαι =κουκουλώνομαι
⦁ Μπανίζω=κοιτάζω πονηρά
⦁ Μπάντα=η μεριά, η πλευρά, ύφασμα με ζωγραφιά για τον τοίχο
⦁ Μπαντανία=μάλλινη κουβέρτα
⦁ Μπαξές  = ο κήπος
⦁ Μπαξίσι= δωροδοκία
⦁ Μπαράκα=πρόχειρα στημένη ταβέρνα σε πανηγύρια
⦁ Μπαρμπέρης = κουρέας
⦁ Μπαρμπούτα=μασκαρεμένος στις απόκριες
⦁ Μπαρμπούτι = τυχερό παιχνίδι που παίζεται με ζάρια
⦁ Μπαρμπούτσελα=ανοησίες
⦁ Μπαρούφα = μπούρδα, βλακεία
⦁ Μπασιά = η είσοδος
⦁ Μπάστακας  =  αυτός που στέκεται ενοχλητικά ασάλευτα δίπλα μας , ο ακίνητος
⦁ Μπατάρω=γέρνω προς τη μια πλευρά και ανατρέπομαι
⦁ Μπατζακλίκια=διακοσμητικά εσωρούχων
⦁ Μπάτης=δροσερός αέρας
⦁ Μπατίρης= ρέστος, άφραγκος
⦁ Μπαφιάζω= πνίγομαι από τον καπνό, πνίγομαι από μυρωδιές αλλά και βαριέμαι και αγανακτώ, πλήττω
⦁ Μπεγλέρι = κομπολόι
⦁ Μπεζαχτάς =το συρτάρι με τα λεφτά σε ένα μαγαζί
⦁ Μπεζεστένι=ρούγα, γειτονιά
⦁ Μπέικα= πλούσια σαν μπέης, σαν άρχοντας
⦁ Μπελαλίδικο=κάτι που γίνεται με πολύ φασαρία(φαγητό)
⦁ Μπεμίξ=μπάνιο αντρών και γυναικών στη θάλασσα
⦁ Μπέμπελη= -έβγαλα τη μπέμπελη= έσκασα
⦁ Μπενετάδες=αποχαιρετισμοί
⦁ Μπερντάκι=το ξύλο που τρώει κάποιος
⦁ Μπερντές=το σεντόνι όπου παιζόταν καραγκιόζης
⦁ Μπέρτα=ρούχο για τις πλάτες
⦁ Μπέσα = η εμπιστοσύνη, το να κρατάς τον λόγο σου
⦁ Μπήγω= βάζω κάτι προς τα μέσα
⦁ Μπικιόνα= αλουμινένιο δοχείο , τενεκές
⦁ Μπιμπίκι = σπυράκι στο δέρμα
⦁ Μπινελίκι=βρισιά αλλά και λιχουδιά
⦁ Μπινιάρικα =τα δίδυμα
⦁ Μπίρι-μπίρι=πολυλογία
⦁ Μπιρμπίλω= παιχνιδιάρα
⦁ Μπίτι = ολότελα, καθόλου (τουρκική λέξη=bit)
⦁ Μπιχλιμπίδια=στολιδάκια
⦁ Μπλαβιάζω= μαυρίζω
⦁ Μπλάβιο =μαύρο
⦁ Μπλαστί ή μπασταριά= όταν παρασύρεις κάτι
⦁ Μπλαστρώνω=βάζω έμπλαστρο, αλείφω, πασαλείφω
⦁ Μπλατσάρας=παχουλός, ξυπόλητος και μισόγυμνος
⦁ Μπλατσουρίζω=παίζω με τα νερά
⦁ Μπλερέζα=μαύρο μαντήλι
⦁ Μπογάζι=μονοπάτι, στενό πέρασμα, ρεύμα αέρα
⦁ Μπογαλάκια=μικροπράγματα
⦁ Μπόγος= ένας όγκος από ρούχα
⦁ Μπόι=ύψος
⦁ Μπόλια=πετσέτα
⦁ Μπόλκα=μπλούζα
⦁ Μπολοθούρης =αυτός που κάνει συνέχεια βόλτες
⦁ Μπόμπα=πέτρινο δοχείο που έτριβαν τον καφέ
⦁ Μπονές= πλατιά κορδέλα για τα μαλλιά
⦁ Μπονώρα=νωρίς το πρωί
⦁ Μποξάς=εσάρπα, σάλι
⦁ Μπόσικο=χαλαρό
⦁ Μποστάνι=λαχανόκηπος
⦁ Μπότης= μεγάλο γυάλινο δοχείο
⦁ Μποτιλάμι=στραγγέρα
⦁ Μπότσα=μεταλλικό δοχείο μέτρησης
⦁ Μποτσόνι= μικρό μπουκάλι
⦁ Μπουγάζι = στενό ανάμεσα σε δύο βουνά
⦁ Μπουγέλο=κουβάς με νερό
⦁ Μπούγιο =ογκώδες αντικείμενο, κοσμοσυρροή
⦁ Μπουγιουρντί  = έγγραφο με δυσάρεστα νέα, λογαριασμός, ειδοποίηση
⦁ Μπούζι=κρύο
⦁ Μπουζουριάζω =  κλείνω στη φυλακή,
⦁ Μπούκα=στόμιο
⦁ Μπουκάρω=μπαίνω ξαφνικά
⦁ Μπούλης=ο μπέμπης
⦁ Μπουλούκι=ομάδα ατόμων ή ζώων αλλά και περιοδεύων θίασος
⦁ Μπουλουκιάρης =κάνει παρέα με όλους
⦁ Μπουμπούτω=χαζή
⦁ Μπούμυαλος=με λίγο μυαλό
⦁ Μπουνταλάς= χοντρός, κακομαθημένος και άξεστος
⦁ Μπούρα μπούρα ή βούρα βούρα =βιαστικά
⦁ Μπουρδουκλώνομαι=μπερδεύομαι
⦁ Μπουρί =αλουμινένια σωλήνα για να φεύγει ο καπνός από τη σόμπα
⦁ Μπουρινιάζω=νευριάζω
⦁ Μπούρλια=αστεία
⦁ Μπουρλιάζω=περνώ την κλωστή στο βελόνι
⦁ Μπούρμπερη= σκόνη
⦁ Μπουρμπουλήθρες=φουσκάλες
⦁ Μπουρνέλα=κορόμηλο
⦁ Μπουρούκι=αλουμινένιο άδειο δοχείο από γάλα ή κονσέρβες
⦁ Μπούρσα=κοντή ποδιά
⦁ Μπούσουλας= πυξίδα
⦁ Μπουστούρα =αίμα πηχτό από το στόμα,βρομιά
⦁ Μπούφλα  = Χτύπημα από την ανάποδη της παλάμης, σφαλιάρα
⦁ Μπούφος=κουτός
⦁ Μπουφουνάτος= φουντωτός, φουσκωτός( οι κότες είναι μπουφουνάτες τον χειμώνα)
⦁ Μπουχέσας=αυτός που φοβάται
⦁ Μπουχίζω=καταβρέχω
⦁ Μπούχνη=σκόνη
⦁ Μπουχός = μεγάλη ποσότητα σκόνης, αλλά και κάποιος που έφυγε βιαστικά
⦁ Μπουχτίζω =χορταίνω από κάτι
⦁ Μπράσκα μεγάλος βάτραχος
⦁ Μπραφ=γρήγορα και ξαφνικά
⦁ Μπρίσκαλα=πολύ άγουρα
⦁ Μπροστάτζα=προκαταβολή
⦁ Μπροστέλα=ποδιά
⦁ Μπρουμουτάω= έπεσε μπρούμυτα , απότομα και άτσαλα
⦁ Μυγιάγγικτος= ευαίσθητος, δεν θέλει να τον ακουμπάς
⦁ Μωρόχαβλος =χαζός
⦁ Μωρώνω =  παρηγορώ  μωρό, το ησυχάζω
Ν
⦁ Νάκα =η κούνια του μωρού
⦁ Νεραμολάει= βγάζει τα νερά αν αφήσεις πχ κρέας σε ένα σουρωτήρι
⦁ Νεροτριβή = Σημείο δίπλα σε ποτάμι που από την πτώση και πίεση του νερού καθαρίζονται τα υφαντά.
⦁ Νιανιά =λιωμένο φαγητό
⦁ Νιάνιαρο=μωρό
⦁ Νίλα  = το καψόνι,  η συμφορά , η καταστροφή.
⦁ Νιονιό=μυαλό
⦁ Νιοντίρι ή Μιοντίρι =σαμιαμίδι, μικρή σαύρα
⦁ Νισάφι=έλεος
⦁ Νιτερέσο =συνεργασία
⦁ Νογάω=καταλαβαίνω
⦁ Νοματαίος= καλός άνθρωπος, οικογενειάρχης, νοικοκύρης
⦁ Νόμου=δώσε μου
⦁ Νόνα=γιαγιά
⦁ Νταβαντούρι  = η φασαρία
⦁ Νταβάς=ταψί
⦁ Νταβλαράς = πολύ ψηλός
⦁ Ντάλα= στο αποκορύφωμα
⦁ Νταλασουμάνα =γυναίκα δυνατή
⦁ Ντάλε- κουάλε = ίδιος, απαράλλαχτος
⦁ Νταλκάς=καημός, πόθος
⦁ Νταμιζάνα=γυάλινο μεγάλο δοχείο με στενό στόμιο
⦁ Νταμπλάς=κομμάτι ξύλου, αλλά και ξαφνικό κακό, θάνατος, σοκ
⦁ Ντάνα= στοίβα, το ένα πάνω στο άλλο(μια ντάνα σακιά)
⦁ Νταντανιάζω=κρυώνω πολύ
⦁ Ντάρα= απόβαρο
⦁ Νταραβέρι =  σχέση επαγγελματική ή ιδιωτική, δοσοληψία
⦁ Νταρτντάνα= ψηλή και γεμάτη γυναίκα
⦁ Νταυραντισμένος= δυνατός
⦁ Ντελάλης= αυτός που έκανε ανακοινώσεις
⦁ Ντεμέλα=τραπεζομάντηλο
⦁ Ντερέκι=ψηλός
⦁ Ντερλικώνω=χορταίνω
⦁ Ντερμεντέ και σώνει =οπωσδήποτε
⦁ Ντερμπεντέρης=λεβέντης, γλετζές
⦁ Ντιπ = καθόλου
⦁ Ντιργιαίνω= δυσκολεύομαι
⦁ Ντόμπρος=ειλικρινής
⦁ Ντορβάς=μάλλινο σακί που τοποθετούσαν το χαμούρι (σπασμένες ελιές) για να πιεστούν και να βγει το λάδι, αλλά και το σακούλι που ταΐζουν το άλογο
⦁ Ντορός = η πατημασιά
⦁ Ντόρος= φασαρία
⦁ Ντουβάρι= τοίχος, κουτός
⦁ Ντουβρουτζάς=αρρώστια και το σοκ
⦁ Ντουβρώνω=γίνομαι δυνατός
⦁ Ντουγρού= στα ίσα
⦁ Ντουζένια=κέφια, ωριμότητα, νιάτα
⦁ Ντουζίνα=δωδεκάδα
⦁ Ντούκου =τοις μετρητοίς αλλά και απαρατήρητα
⦁ Ντουμανιάζω=γεμίζω με καπνούς
⦁ Ντουμάνι-πυκνός καπνός
⦁ Ντουντούκα=χωνί για να ακούγεσαι δυνατά, τηλεβόας
⦁ Ντούρος=δυνατός, σκληρός
⦁ Ντράβαλα=φασαρίες
⦁ Ντρίλινο =είδος υφάσματος
⦁ Ντριτζινάω= κουνάω συνέχεια
⦁ Ντώνω =ξεμουδιάζω, αφήνω
⦁ Νυχτόσκαρος=νυχτερινή βοσκή
Ξ
⦁ Ξάι=αλεστικό δικαίωμα το μυλωνά
⦁ Ξαίνω = κάνω το μαλλί φουσκωτό
⦁ Ξαμώνω= επιχειρώ, τολμώ
⦁ Ξαποσταίνω=ξεκουράζομαι
⦁ Ξεγερεύω= γίνομαι καλά
⦁ Ξεγκοφιάζομαι= κουράζομαι πολύ
⦁ Ξεγουλίδι=ρούχο ανοιχτό στο λαιμό
⦁ Ξεζέχτηκα=λύθηκα
⦁ Ξεΐγκλωτος= ατημέλητος
⦁ Ξεκατινιάζομαι =βγάζω την Κατίνα από μέσα μου κουτσομπολεύοντας
⦁ Ξεκατινιάζω=εξαντλώ, κουράζω (ξε+κατίνα=ράχη)
⦁ Ξεκουβαλιέμαι=μετακομίζω με όλα τα πράγματα από το χτήμα στην πόλη
⦁ Ξεκουμπίζομαι =φεύγω γρήγορα μακριά
⦁ Ξεκούτης = ξεμωραμένος
⦁ Ξεκουτιάζω= ξεμωραίνομαι, χάνω τη σπιρτάδα του μυαλού κυρίως λόγω γηρατειών.
⦁ Ξελακώνω =  βγάζω το χώμα γύρω από τη ρίζα του αμπελιού
⦁ Ξελαμπικάρω=αδειάζω το μυαλό μου, το ξεκουράζω
⦁ Ξέλαση=όταν μαζεύονταν γείτονες και φίλοι για να βοηθήσουν σε μια αγροτική εργασία
⦁ Ξεμονεύω= ξεχωριζω
⦁ Ξεμουτσουνιά= χτύπημα στο πρόσωπο
⦁ Ξεμπαντουλώνω= καθαρίζω, αδειάζω τον τόπο,χαλάω, καταστρέφω
⦁ Ξεμπινιάστηκα=κουράστηκα πολύ
⦁ Ξέμπλεκος=λυμένος
⦁ Ξεμποχιάζω=ξεχυλώνω
⦁ Ξεμπροστιάζω= αποκαλύπτω την αλήθεια
⦁ Ξεμυτάω= εμφανίζομαι
⦁ Ξενομερίτης=από ξένο τόπο
⦁ Ξεπατικώνω=αντιγράφω
⦁ Ξεπεζεύω=κατεβαίνω από το άλογο
⦁ Ξερακιανός=αδύνατος και ψηλός
⦁ Ξερικός = για χωράφι ή τόπο που δεν ποτίζεται
⦁ Ξερνοβολάω=κάνω εμετό
⦁ Ξεροβόρι = ξερός και ψυχρός, παγωμένος βοριάς.
⦁ Ξεροκαΐλα=μεγάλη ζέστη
⦁ Ξερολιθιά=τοίχος με πέτρες χωρίς λάσπη
⦁ Ξεροσταλιάζω= περιμένω άσκοπα
⦁ Ξεροσφύρι=το ποτό που πίνεται σκέτο
⦁ Ξέσκουρα = επιδερμικά, επιφανειακά
⦁ Ξεσπινάω= βγάζω τα σπόρια
⦁ Ξεσταύρι = Λέγεται σε βρισιές, ίσως για να μην θιχτεί η ιερότητα του χριστιανικού Τιμίου Σταυρού
⦁ Ξέστρωτος=όχι στρωμένος
⦁ Ξεσυνέρια  =  ο ανταγωνισμός
⦁ Ξεσυνερίζομαι: παίρνω υπόψη μου κάτι, τοις μετρητοίς
⦁ Ξετσαγκλίζω=ξεμπερδεύω
⦁ Ξέφτι ή Ξεφτίδι=κλωστές που έχουν φύγει από τη ραφή
⦁ Ξέφυλλος=εργασία στο αμπέλι όπου πρέπει να αφαιρέσεις φύλλα
⦁ Ξεχαρβαλώνω=χαλάω
⦁ Ξεψαρώνω= ξεθαρρεύω
⦁ Ξόβεργα = μικρό κλαδί ή βέργα αλειμμένη με κολλητική ουσία, που χρησιμοποιείται ως παγίδα για μικρά ωδικά πουλιά
⦁ Ξόμπλια =στολίδια
⦁ Ξούρα =το ξύρισμα
⦁ Ξυγκάθια=τα υπολείμματα από την παρασκευή του βούτυρου
⦁ Ξωκείλω= βγαίνω από μια καθορισμένη πορεία
⦁ Ξωμάχος=αγρότης
⦁ Ξώπετσα= επιφανειακά
Ο
⦁ Όβολα= χρήματα
⦁ Ογκώνω= μπουχτίζω,χορταίνω
⦁ Οματιά = γεμιστό έντερο γουρουνιού
⦁ Οξαποδός = ο διάβολος
⦁ Όπαλα= γλέντια
⦁ Οργιά = μονάδα μήκους που αντιστοιχεί με την απόσταση ανάμεσα στα άκρα των χεριών του ανθρώπου, όταν αυτά είναι τεντωμένα ( 1,829 μέτρα)
⦁ Ορμήνεια=συμβουλή
⦁ Όρνιθα= κότα
⦁ Όρνιο =βλάκας
⦁ Ούγια= η άκρη του υφάσματος
⦁ Όχτος =απότομη κλίση του εδάφους, πλαγιά
⦁ Όψιμος= που γίνεται, ωριμάζει αργά
Π
⦁ Παγάδα=ήσυχη θάλασσα,άπνοια
⦁ Παγανιά= έξοδος για αναζήτηση
⦁ Παγαπόντης=απατεώνας
⦁ Παγιώ=χαζή
⦁ Παδέλα=πήλινο σκεύος
⦁ Παζάρι=αγορά
⦁ Παλαμοδέρνω=κουράζομαι
⦁ Παλάντζα = η κρεμαστή ζυγαριά
⦁ Παλατζάρω=ισορροπώ
⦁ Παλιατσαρία =πράγματα παλιά
⦁ Παλουκώνομαι=μένω σταθερός σε μια μεριά
⦁ Παναγιάρι= ξύλινη σφραγίδα για τις λειτουργιές
⦁ Πανιάζω=κιτρινίζω
⦁ Πανιάρα=πανί δεμένο σε μακρύ ξύλο για το καθάρισμα του φούρνου
⦁ Πανωγόμι=επιπλέον φορτίο
⦁ Πανωγράφω = γράφω πάνω από την αξία του προϊόντος στο τεφτέρι
⦁ Πανωπροίκι= επιπλέον προίκα
⦁ Πάπαλο=ελαφρύ, μαλακό
⦁ Παπάρα  = κομμάτια ψωμιού μέσα σε νερό ή γάλα
⦁ Παραγγωλή= παραγγελία
⦁ Παραγιός= αυτός που μάθαινε μια τέχνη κοντά σε έναν τεχνίτη
⦁ Παραγώνι= χαμηλό τζάκι στη γωνιά
⦁ Παρακά =  πιο κάτω
⦁ Παρακατίτσα=πιο κάτω
⦁ Παρακέλι= μικρό φτωχικό δωματιάκι
⦁ Παραλής =πλούσιος
⦁ Παράλια=όταν οι εργάτες έπαιρναν δικό τους φαγητό
⦁ Παραλογιά=μοναξιά
⦁ Παραπούλια   = οι παραφυάδες στα λάχανα
⦁ Παράς=τα χρήματα
⦁ Παραωρίζω=ξενυχτώ
⦁ Παρμακλίκι=κάγκελο σκάλας
⦁ Παρτάλι= μικρό πράγμα αλλά και βρισιά για κάποιον που είναι λίγος
⦁ Παρτσακλός = ανισόρροπος
⦁ Πασέτο=μέτρο
⦁ Πασπατεύω=χαϊδολογώ
⦁ Παστρεύω=καθαρίζω
⦁ Παστρικιά=παλιογυναίκα
⦁ Παστρικός=καθαρός
⦁ Παταγούδι=πολύ κρύο
⦁ Πατάκα=πατάτα
⦁ Παταλιά= οριζόντια θέση για τραυματία (με πήρε παταλιά)=με παρέσυρε
⦁ Πατατούκα =κοντό αντρικό παλτό
⦁ Πατατούκα= χοντρό παλτό
⦁ Πατερά=χοντρά ξύλα της οροφής
⦁ Πατίκι= πιεστικά γεμάτο
⦁ Πατικώνω=πιέζω για να χωρέσουν πολλά
⦁ Πατιρντί =θόρυβος, φασαρία
⦁ Πατουλιά =θάμνοι μαζί με καλάμια και βάτα
⦁ Πατσαβούρα = κομμάτι παλιού άχρηστου υφάσματος για καθάρισμα αλλά και η παλιογυναίκα
⦁ Πάτσι=ισοπαλία
⦁ Πατσίζω =ισοφαρίζω
⦁ Πατσουλί = φτηνό άρωμα
⦁ Πάφιλας = Τσίγκος
⦁ Παχνί=χώρος για τα άχυρα και τα ζώα, στάβλος
⦁ Πεζούλα=μικρά χωραφάκια σε πλαγιές με ξερολιθιά στην άκρη για να μη φεύγουν τα χώματα
⦁ Πεζούλι=χτισμένο κάθισμα μπροστά στο σπίτι
⦁ Πελαγώνω= τα χάνω
⦁ Πελεκούδι = τα μικρά κομμάτια ξύλου
⦁ Περατζάδα = μια βόλτα τριγύρω
⦁ Περδίκι=πολύ καλά στην υγεία
⦁ Περδικλώνω ή γουστεκιάζω=δένω μπροστινό με πισινό πόδι της κατσίκας
⦁ Περιδρομιάζω=τρώω πολύ
⦁ Περίδρομος = πολυφαγία
⦁ Περικοπά = από γύρω γύρω
⦁ Περιλάλητος=γνωστός
⦁ Περονιάζει = διαπερνά
⦁ Πεσκέσι = δώρα με φαγώσιμα κυρίως
⦁ Πεσκίρι=πανί που δίπλωναν το ζυμάρι
⦁ Πέτακας=γκρεμός
⦁ Πετάλες=μεγάλα σπυριά στο δέρμα
⦁ Πεταμός = το ρίξιμο στα σκουπίδια
⦁ Πετσώνω = Χορταίνω
⦁ Πηνιάτα=πήλινο τσουκάλι
⦁ Πι και φι =γρήγορα
⦁ Πιατού= αυτή που πήγαινε επισκέψεις μαζί με το πιάτο της για να της το γεμίζουν
⦁ Πίγκωσα = δεν μπορώ να ανασάνω , πνίγηκα
⦁ Πίγουλη=ζυμαρικό κριθαράκι
⦁ Πιλάλα=τρέξιμο
⦁ Πιλατεύω=ενοχλώ
⦁ Πινακωτή=ξύλινες θήκες που έβαζαν το ζυμάρι για να το πάνε στον φούρνο
⦁ Πινιάζω=βρομάω
⦁ Πίνιξα =έπνιξα
⦁ Πινογά=όρεξη(δεν έχεις πινογά να διαβάσεις;)
⦁ Πιόμα=όταν πίνεις
⦁ Πισινή = εναλλακτική λύση, μέτρο για κάθε ενδεχόμενο, επιλογή σε περίπτωση που τα πράγματα δεν πάνε καλά
⦁ Πιστάγκωνα= με τα χέρια δεμένα πίσω
⦁ Πιστρόφια= έθιμο του γάμου(μετά το ν γάμο πήγαιναν στο σπίτι της νύφης και κλέβανε)
⦁ Πιστρώνω =βάζω τις κουβέρτες κάτω από το σώμα αυτού που κοιμάται
⦁ Πισωκάπουλα= στο πίσω μέρος του γαϊδουριού
⦁ Πιτάκι= έντομο που πιάνουν τα ζυμαρικά
⦁ Πιτουρίζει =ρίχνει ψιλόβροχο
⦁ Πιτσικάρει=έχει μπόσικα, έχει χαλαρώσει
⦁ Πιτσούνια= μικρά περιστέρια
⦁ Πλακοπαΐδα=παγίδα για πουλιά
⦁ Πλάνταξα=έκανα κάτι πολύ..(πλάνταξα στο κλάμα)
⦁ Πλαστήρι=ξύλινη στρογγυλή σανίδα για να κόβουν
⦁ Πλεύρα =πλαγιά
⦁ Πλέχτρα=πλεξίδα κρεμμυδιών
⦁ Πλιάτσικο  = η λεηλασία μετά τη  μάχη ή γενικά η κλεψιά
⦁ Πλοχεριά= μια χούφτα
⦁ Πλύμα=το νερό μετά το πλύσιμο της σκαφίδας με το προζύμι
⦁ Ποδαρικό=επίσκεψη καλότυχου ανθρώπου σε σπίτι την πρωτοχρονιά για καλή τύχη, αλλά και εξάρτημα του αργαλειού
⦁ Ποδέλοιπα =υπόλοιπα
⦁ Ποδεύομαι =φοράω παπούτσια
⦁ Ποκάρι=μαλλί πρόβειο
⦁ Πολιώρα=πριν από λίγο
⦁ Πόλκα=σακάκι
Πολύ
⦁ Πολύφερνος=πλούσιος
⦁ Πολώλω=αφηρημένη και χαζή
⦁ Πομάδα=κρέμα προσώπου
⦁ Πομπή= ντροπή
⦁ Ποριά=μικρή πόρτα, μικρό πέρασμα
⦁ Πορτόνι=μικρή πόρτα
⦁ Ποστιάζω= βάζω στη σειρά
⦁ Ποτόκι = φωλιά ζώου
⦁ Πού να σάξω; =Προς τα πού να πάω
⦁ Πούμωμα=κρύωμα
⦁ Πούντα = Κρυολόγημα
⦁ Πούντος = Πού είναι αυτός
⦁ Πουρίθρα = κεφάλι σκόρδου
⦁ Πουρνό=πολύ πρωί
⦁ Πουρπουράω=πετάω
⦁ Πούσι=καταχνιά, ομίχλη
⦁ Πόχα=τρυπητή κουτάλα
⦁ Πράματα = Τα γιδοπρόβατα
⦁ Πραχάλι=χερούλι κουβά
⦁ Πρεμούρα  = βιασύνη
⦁ Προβέτζα= βορειοδυτικός άνεμος
⦁ Προγκάω = 1. Τρομάζω, ξαφνιάζω, σκορπάω 2. Διώχνω κάποιον μακριά μου
⦁ Προγούλι = οι δίπλες που σχηματίζει το δέρμα σε έναν παχύ λαιμό
⦁ Προζύμι=χειροποίητη μαγιά για ψωμί
⦁ Προκάνω=προλαβαίνω
⦁ Προξενειό=η πρόταση για γνωριμία με σκοπό τον γάμο
⦁ Προπέτης = βιαστικός
⦁ Προσμπούκι=κολατσιό
⦁ Προσόψιο= πετσέτα προσώπου
⦁ Προφτασούρα= ορεκτικό
⦁ Πυροστιά= το σίδερο πάνω από τη φωτιά όπου τοποθετούσαν το καζάνι ή την κατσαρόλα
⦁ Πυροφάνι=αυτοσχέδιος πυρσός για νυχτερινό κυνήγι χταποδιών και καβουριών
⦁ Πυρώνω= ζεσταίνω στην πυρά, στη φωτιά
⦁ Πωριά =τα βράχια της θάλασσας
Ρ
⦁ Ρακόγυαλο=ποτήρι για λικέρ
⦁ Ράντα=τιράντα
⦁ Ραχάτι = χουζούρι, τεμπελιά
⦁ Ρέβω=εξαντλούμαι
⦁ Ρέγγιο=το μέρος που διανυχτερεύουν τα πρόβατα
⦁ Ρέγουλα = ομαλός και κανονικός ρυθμός, με μέτρο
⦁ Ρεμάλι=αλήτης
⦁ Ρεμούλα = μικρή ή μεγάλη απάτη
⦁ Ρέμπελος = τεμπέλης
⦁ Ρεμπεσκές = τεμπέλης
⦁ Ρέντα = εύνοια της τύχης
⦁ Ρεντίκολο=ρεζίλι
⦁ Ρετάλι  = 1. κομμάτι ύφασμα, 2. βρισιά
⦁ Ρετσέλι=χοντροκομμένο γλυκό κυδώνι
⦁ Ρεφάρω=ξανακερδίζω
⦁ Ρεφενέ= όταν πληρώνει ο καθένας τα δικά του
⦁ Ρεφουλιά ή νεροφαγιά=η διάβρωση από τα ορμητικά νερά
⦁ Ροβολάω= κατεβαίνω το βουνό
⦁ Ρογιάζω=πονάει το στομάχι μου όταν τρώω σταφύλι και πίνω κρασί
⦁ Ρογοβύζι=μπιμπερό
⦁ Ροδάνι = ρόδα, τροχός
⦁ Ροΐ ή ρογί=λαδικό
⦁ Ροϊδάμι=ο τρυφερός βλαστός των θάμνων
⦁ Ρόκα= διπλωμένο ξύλο που έβαζαν μαλλί για γνέσιμο
⦁ Ροκιάζω=Κάθομαι στη φωλιά μου
⦁ Ρούγα=γειτονιά
⦁ Ρουγκλώνω=πίνω
⦁ Ρουμάνι = πυκνό δάσος
⦁ Ρούπι= υποδιαίρεση του (παλαιού) εμπορικού πήχη, ίση με οκτώ εκατοστά του μέτρου , αλλά σημαίνει και καθόλου.
⦁ Ρουπώνει=χορταίνει, αλλά και το βαρέλι γεμίζει με νερό και δεν χάνει
Σ
⦁ Σαβουρώνω = τρώω υπερβολικά
⦁ Σαγάνι=τσίγκινο πιάτο
⦁ Σαΐνι = γεράκι αλλά και άνθρωπος πανέξυπνος
⦁ Σάισμα=ύφασμα από γίδινο μαλλί
⦁ Σαΐτα=είδος φιδιού και χάρτινη κατασκευή αεροπλάνου
⦁ Σακάτου = προς τα κάτω
⦁ Σακιάζω = γεμίζω το σακί
⦁ Σάλα =σαλόνι
⦁ Σαλαγάω=διώχνω μακριά τα πρόβατα
⦁ Σαλαμούρα = άλμη, διάλυμα από αλάτι
⦁ Σαλβάρι=φαρδύ παντελόνι
⦁ Σαμάρι= αυτό που έβαζαν απάνω στο γαϊδούρι για να κάθονται
⦁ Σαμαροσκούτι=ρούχο για το σαμάρι
⦁ Σάματις= σάμπως
⦁ Σάξε = ταχτοποίησε
⦁ Σαπάνου=εκεί πάνω
⦁ Σαπέρα= ίσα πέρα μακριά
⦁ Σαπίμι=σάπιο
⦁ Σαράκι= έντομο που τρώει τα ξύλα, σκόρος
⦁ Σαρακιάρης=αρρωστιάρης
⦁ Σαρδανάπαλος=κακοφτιαγμένος
⦁ Σαρίδι=σκουπιδάκι
⦁ Σαρμάκο=χωρίς μιλιά
⦁ Σαρωματίνα=σκούπα από αφάνα
⦁ Σαρώνω =σκουπίζω
⦁ Σάψαλο = αδύναμο, ανήμπορο
⦁ Σβαρνιάρης=αυτός που δεν έχει καλό περπάτημα
⦁ Σβαρνίζω=παρασύρω
⦁ Σβέλτος=γρήγορος
⦁ Σβερκώνομαι=φορτώνομαι
⦁ Σβιλάδα=τρέλα
⦁ Σβιλαδιακός = ιδιότροπος
⦁ Σβουνιά=η κοπριά αγελάδας
⦁ Σβουρνίδια= κάτι που φέρνει ταραχή
⦁ Σγαρλάω=σκαλίζω (η κότα σγαρλάει τον κήπο)
⦁ Σγότζος=σχηματίζεται όταν κρεμάς ένα πουλόβερ στην κρεμάστρα
⦁ Σγουμπαίνω= καμπουριάζω
⦁ Σγουμπή=κυρτωμένη
⦁ Σγούφτω=σκύβω
⦁ Σγρουμπούλι=εξόγκωμα
⦁ Σεβντάς=καημός
⦁ Σεγκούνα ή γιούρντα=κάπα
⦁ Σειέμαι= κουνιέμαι
⦁ Σειριά =σόι
⦁ Σεκλετίζομαι=στενοχωριέμαι
⦁ Σέκος =  ξερός,   νεκρός
⦁ Σέμπρος= αυτός που δούλευε σαν υπεύθυνος στα χτήματα άλλου
⦁ Σενιαρίζω=περιποιούμαι
⦁ Σερβάντα=έπιπλο σπιτιού
⦁ Σεργιάνι=βόλτα
⦁ Σεργούνα = γυναίκα κινητική ή κουτσομπόλα
⦁ Σεργούνι =κακή φήμη, ξεφτίλα
⦁ Σέρτικο=βαρύ, γνήσιο
⦁ Σέσουλα= μικρό ⦁ φτυαράκι, που χρησιμοποιείται κυρίως στην πώληση ⦁ οσπρίων, ⦁ ζάχαρης κ.λ.π.
⦁ Σεφτές= η πρώτη είσπραξη χρημάτων
⦁ Σιγοντάρω=βοηθώ, υποστηρίζω
⦁ Σιγουρεύω=κρύβω
⦁ Σιδερωστιά=σιδερένια βάση για τη φωτιά όπου ακουμπούσαν την κατσαρόλα
⦁ Σιλαρώνω = πλησιάζω γιατί εμπιστεύομαι κάποιον
⦁ Σιμπάω =τακτοποιώ τα αναμμένα ξύλα και αναζωπυρώνω τη φωτιά
⦁ Σιομπέτι=ίσιωμα
⦁ Σιούτα=χωρίς κέρατα
⦁ Σίφλογο =αρρώστια
⦁ Σιχτιρίζω= λέω σε κάποιον αι σιχτίρ, διαολοστέλνω
⦁ Σκαβούτα=καβούκι χελώνας
⦁ Σκαλιάζω= πετάω κάτι ψηλά και μένει εκεί
⦁ Σκάλος =το σκάψιμο της σταφίδας
⦁ Σκαλούνι =το σκαλί
⦁ Σκαλτσούνι=κάλτσα
⦁ Σκαμπάζω=καταλαβαίνω
⦁ Σκαμπάνι=αφρός σαπουνιού
⦁ Σκαμπίλα = χαστούκι
⦁ Σκάντζα = αλλαγή
⦁ Σκαπετάω=πετάγομαι πιο κάτω
⦁ Σκαπουλάω=ξεφεύγω, το σκάω, δραπετεύω
⦁ Σκαρίζω=βγαίνω από τη φωλιά μου
⦁ Σκάρος= η ώρα που φεύγουν τα ζώα για βοσκή
⦁ Σκαρπίνια=κοφτά παπούτσια
⦁ Σκαρταδούρα = σκάρτο πράγμα, κατώτερης, κάκιστης ποιότητας για πέταμα
⦁ Σκάρτος = άχρηστος
⦁ Σκαρφίζομαι =επινοώ
⦁ Σκαρώνω= σχεδιάζω κρυφά αλλά και γράφω στιχάκια
⦁ Σκατζουλήθρα= μικρή σπίθα φωτιάς
⦁ Σκατοψύχι=κατάρα
⦁ Σκεβρώνω=στραβώνω, καμπουριάζω
⦁ Σκερβελές =  ο ανεπρόκοπος άνθρωπος
⦁ Σκέρτσο = προσποιητός τρόπος συμπεριφοράς, ιδίως γυναίκας, για να φανεί χαριτωμένη και ελκυστική και για να προσελκύσει το ενδιαφέρον των άλλων, νάζι
⦁ Σκιάζαρος = φόβητρο
⦁ Σκιάζομαι =φοβάμαι
⦁ Σκιντοκρυμμένος= ακοινώνητος
⦁ Σκοβόλης=βλάκας
⦁ Σκόλη ή σχόλη=αργία
⦁ Σκορδοκαΐλα = αδιαφορία
⦁ Σκορποχέρης = σπάταλος
⦁ Σκόρτσα= βρόμα
⦁ Σκορτσίλος=βρομιάρης
⦁ Σκούζω=φωνάζω δυνατά
⦁ Σκουλί=λευκό χρώμα
⦁ Σκουντάω=χτυπώ ελαφρά
⦁ Σκουράτζος= ρέγγα
⦁ Σκουρδουμπουλάω=σκοντάφτω
⦁ Σκούρκος=μεγάλη σφήκα
⦁ Σκουτέλα=κούπα
⦁ Σκουτί =ρούχο
⦁ Σκραμπάζω=καταλαβαίνω
⦁ Σκράμπας=πολύ κουτός
⦁ Σκρόφα=παλιογυναίκα
⦁ Σκύβαλα =σκουπίδια
⦁ Σκυλιάζω= θυμώνω πολύ
⦁ Σμιγάδι=ανάμεικτο αλεύρι
⦁ Σμπαράλι = σπασμένο κομμάτι, θρύψαλλο
⦁ Σοσόνι=κοντή κάλτσα
⦁ Σούγελο= υδρορροή
⦁ Σουγλί =  μυτερό εργαλείο του τσαγκάρη
⦁ Σουγλιά=αιχμηρός πόνος
⦁ Σούγλος ή σίχλος=κουβάς για νερό από το πηγάδι
⦁ Σούδα =στενό
⦁ Σουδιάζει=δημιουργείται ρεύμα αέρος
⦁ Σουλατσάρω=κάνω βόλτες
⦁ Σουλάτσο= η βόλτα
⦁ Σούμα =άθροισμα
⦁ Σουμιές = τελάρο με πλέγμα για το κρεβάτι, σούστα
⦁ Σούμπιτος=ολόκληρος
⦁ Σούνα= πολύ κοντή
⦁ Σουραύλι=η φλογέρα
⦁ Σουράω =σφυρίζω
⦁ Σούργελο= γελοιοποίηση
⦁ Σουρλουλού=ζωηρή κοπέλα
⦁ Σουρντούκω =η κουτσομπόλα που τριγυρίζει συνεχώς
⦁ Σούσουρο=φασαρία
⦁ Σούφρα = το τσαλάκωμα
⦁ Σοφράς=χαμηλό τραπέζι
⦁ Σπάθα =εργαλείο για να κόβουν το χορτάρι
⦁ Σπανεύουνε=γίνονται σπάνια
⦁ Σπαρίλας = τεμπέλης
⦁ Σπιθούρι = σπυράκι
⦁ Σπλινθάρι= η σκαλισμένη πέτρα που συγκεντρώνει το νερό της βρύσης
⦁ Σπορίτης=ο πολύ γινωμένος αλλά και ο τεμπέλης
⦁ Στα ντουζένια=στο αποκορύφωμα, στην ωριμότητα
⦁ Στα φούφουδα=στα μαλακά
⦁ Στάει=στάζει
⦁ Σταλίζω=στέκομαι
⦁ Στάλος=η σκιά του δέντρου όπου στέκονται τα ζώα
⦁ Στάμα=ένα φόρτωμα από δυο σακιά ελιές
⦁ Στανιάρω=συνέρχομαι
⦁ Στανιό =ζόρι
⦁ Σταφιδιάζω=γερνώ και κάνω ρυτίδες
⦁ Σταχτοπάνι=πανί για να καθαρίζεις τη στάχτη από τον φούρνο
⦁ Στέρφα=αυτή που δεν γεννάει
⦁ Στιβάλια =παπούτσια
⦁ Στιχερό =το ξύλο στη μέση του αλωνιού
⦁ Στοίβα =το ένα πάνω στο άλλο
⦁ Στουμπαριάζω=έσκασα από το φαγητό
⦁ Στουμπάω=χτυπάω το κεφάλι
⦁ Στουμπίζω=πιέζω πολύ
⦁ Στούμπος=κοντός
⦁ Στουπέτσι=πολύ σκληρό
⦁ Στουρνάρι= σκληρή πέτρα
⦁ Στούρνος= κακός μαθητής
⦁ Στραβουτσαλιά= κάτι εκτός κανόνων, ζαβολιά
⦁ Στραπάτσο = σοβαρή ζημιά
⦁ Στρατόνι=μονοπάτι
⦁ Στράφι=άδικα, μάταια
⦁ Στράφος=γκρεμός
⦁ Στρεκλάω= πηγαίνω πέρα δώθε, παραπατάω
⦁ Στριγκλιάτα=το χλωρό τυρί
⦁ Στρίποδα ή τρίποδα= Βάσεις ξύλινες ή σιδερένιες που τοποθετούσαν πάνω τους τη σκαφίδα για πλύσιμο ή σανίδες και έφτιαχναν κρεβάτι
⦁ Στρογγός= γιούκος=εκεί που έβαζαν τις κουβέρτες τη μια πάνω στην άλλη
⦁ Στρούγκα=φράχτης όπου αρμέγονται τα γιδοπρόβατα
⦁ Στρουγκολίθια=οι πέτρες μπροστά από τη στρούγκα για να κάθονται αυτοί που αρμέγουν
⦁ Στροφιάζομαι=πέφτω για ύπνο
⦁ Στρωματσάδα=στρώνω και κοιμάμαι στο πάτωμα
⦁ Στυλιάρι=ξύλο
⦁ Συγγενικό =συμφορά ,επιληψία
⦁ Σύγκξυλος= άφωνος, ακίνητος, έρημος και μόνος, αλλά και κατάφορτος
⦁ Σύγκρυο= ρίγος
⦁ Συμπάω=βάζω ξύλα στη φωτιά
⦁ Συμπράγκαλα= πολλά πραγματάκια
⦁ Συναπάντημα =συνάντηση
⦁ Συνερίζομαι =  παρεξηγώ κάποιον
⦁ Συρμαγιά=το χρηματικό κομπόδεμα
⦁ Σύρτης=μηχανισμός ασφαλείας για την πόρτα
⦁ Σύσταση = ταχυδρομική διεύθυνση
⦁ Συχαρίκια = Τα ευχάριστα μηνύματα για γάμο
⦁ Σφαλάγγι= δηλητηριώδης αράχνη
⦁ Σφάρδακλας= βάτραχος
⦁ Σφάχτης = αυτός που σφάζει, αλά και ο οξύς, έντονος, ανυπόφορος πόνος
⦁ Σφέλα= κομμάτι τυρί
⦁ Σφερδούκλι=το φυτό ασφόδελος
⦁ Σφοντίλι=το κάτω μέρος του αδραχτιού
⦁ Σώγαμπρος = λέγεται για κάποιον που παντρεύεται και πηγαίνει να μείνει μαζί με τη γυναίκα του στα πεθερικά
⦁ Σώνει=φτάνει
⦁ Σώσμα= όταν τελειώνει το κρασί
Τ
⦁ Τα πλατιά=ο δρόμος
⦁ Τα σκούρα= τα πατζούρια
⦁ Ταβλάς=ξύλινος δίσκος
⦁ Ταβλιάζομαι=έπεσα και κοιμήθηκα
⦁ Ταβούλι=πρησμένο
⦁ Ταγάρι=υφαντή τσάντα
⦁ Ταγγίζω ή ταγκίζω και ταγκιάζω. (για λιπαρές και ελαιώδεις ουσίες) αλλοιώνομαι και αποκτώ βαριά οσμή και πικρή γεύση
⦁ Τάγιο =σοκ
⦁ Τακίμια=σχέδια
⦁ Τακιμιάζω=ταιριάζω
⦁ Τάμπηξε= δεν προχωράει , επιμένει στην άποψή του
⦁ Τανιέμαι =σφίγγομαι
⦁ Ταπίστωμα = ανάποδα,μπρούμητα
⦁ Ταράκουλο  = Ταραχή
⦁ Ταχατέμου=τάχα
⦁ Ταχιά=αύριο
⦁ Τεμπεσίρι=κιμωλία
⦁ Τέντα= ανοιχτός, απλωμένος
⦁ τουρλουμπούκι=ανακατωμένα
⦁ Τερτίπια=κόλπα
⦁ Τέσα=χάλκινο δοχείο για γάλα
⦁ Τέτζερης= χάλκινη κατσαρόλα
⦁ Τετράφταλος=απρόσεκτος, χωρίς μυαλό,πλακατζής αλλά και γκαφατζής
⦁ Τεφαρίκι=πολύ καλό
⦁ Τεφτέρι=βιβλίο χρωστούμενων ή μπακαλοδεύτερο
⦁ Τζαναμπέτης=δύστροπος, ιδιότροπος
⦁ Τζάρα=κιούπι
⦁ Τζάτζαλα=μικροπράγματα
⦁ Τζερεμές= βρισιά για κάποιον, άχρηστος
⦁ Τζίρος=αδύνατος αλλά και τα έσοδα μαγαζιού
⦁ Τζιτζί=τέλειο
⦁ Τζιτζιφιόγκος=ομορφονιός = αυτός που περνάει για όμορφος, ο καλοντυμένος
⦁ Τζίφος=αποτυχία
⦁ Τζίφρα= υπογραφή
⦁ Τζουνάκα=ξύλινο δοχείο για γάλα
⦁ Τζοχάδα= νευρίασμα
⦁ Τηράω=βλέπω
⦁ Τι λιάζεις;= τι λες;
⦁ Τίγκα= πολύ γεμάτο
⦁ Τιγκάρω=γεμίζω πάνω πάνω
⦁ Τίκλα=κάτι που έχει γίνει σκληρό σαν πέτρα
⦁ Τικλώνω=γεμίζω με καπνούς
⦁ Τίλογα=τι είδος
⦁ Τιλώνομαι=χορταίνω
⦁ Το αντί=εξάρτημα του αργαλειού
⦁ Τόκα = η χειραψία
⦁ Τότης=βρισιά για τον χαζό
⦁ Τουβαλίθι ή τράστο=πετσέτα που δίπλωναν το φαγητό
⦁ Τουλούμι=δερμάτινο ασκί για τυρί
⦁ Τουλούπα=μαλλί για γνέσιμο
⦁ Τουμπανιάζω= φουσκώνω
⦁ Τουμπεκί= είδος καπνού, αλλά και κάνε ησυχία
⦁ Τούμπι=υψωματάκι
⦁ Τουπέ = υπεροπτικό ύφος
⦁ Τουρλουμπούκι=  ομάδα χωρίς συνοχή
⦁ Τουρλώνω =τεντώνω
⦁ Τουρνόκωλα=ανάποδα, με τεντωμένο τον ποπό
⦁ Τούτζι= μεθυσμένος
⦁ Τουτσουρώνω=αγριεύω
⦁ Τραγατσούλα=καλύβα που την έφτιαχναν ψηλά
⦁ Τραγιάσκα = είδος καπέλου
⦁ Τράκα=δανεικά και αγύριστα
⦁ Τράμπα = ανταλλαγή
⦁ Τρατάρω=προσφέρω, κερνάω
⦁ Τράτο  = το χρονικό περιθώριο
⦁ Τραχάς ή κόσα=εργαλείο για να κόβεις κάτι
⦁ Τρεμοκουκουρίζω= κρυώνω πολύ
⦁ Τρικούβερτος=γεγονός με μεγάλη ένταση
⦁ Τριφτάδια =τα τρίμματα που έχουν κολλήσει στη σκαφίδα όπου ζύμωναν
⦁ Τροκάνι=κουδούνι για πρόβατα
⦁ Τρουμπούκι=βέργα για φύτεμα
⦁ Τρουμπούκια=κλωνάρια ελιάς με μάτια που τα έμπηγαν στη γη και φύτρωναν
⦁ Τρόχαλα=πέτρες στο μέγεθος γροθιάς
⦁ Τροχίλια=κάτι που γίνεται πολλά κομμάτια
⦁ Τσάβαλα=ρούχα
⦁ Τσαγανό=θάρρος
⦁ Τσαγκαροσούγλι=εργαλείο τσαγκάρη
⦁ Τσάκα τσάκα =πολύ γρήγορα
⦁ Τσάκα=παγίδα για πουλιά
⦁ Τσακμάκι ή Τσακουμάκι =αναπτήρας
⦁ Τσακμόπετρα=σκληρή πέτρα που τη χτυπάς και βγαίνουν σπίθες
⦁ Τσακώνω=κρατώ
⦁ Τσαλαπατάω=πατάω με πείσμα
⦁ Τσαλαφιάζομαι=ξαφνιάζομαι
⦁ Τσαλαφός=τρελός,
⦁ Τσαλιμάκια=νάζια
⦁ Τσαμασίρια=τα πρόχειρα και αναγκαία μικροεργαλεία
⦁ Τσαμπάζης =ζωέμπορος
⦁ Τσαμπουνάω=παραμιλάω
⦁ Τσανάκα=δοχείο για γάλα
⦁ Τσαντίλα= νεύρα αλλά και είδος λεπτού υφάσματος που έβαζαν το φρέσκο τυρί για να στραγγίξει
⦁ Τσάπα =αξίνα
⦁ Τσαπατσούλης=ακατάστατος
⦁ Τσαπέλες =λιαστά σύκα
⦁ Τσάπια=κακές συνήθειες
⦁ Τσαρδί =σπίτι
⦁ Τσαρλατάνος =απατεώνας
⦁ Τσαρτσάφι=βαμβακερό ύφασμα για καπλάτισμα
⦁ Τσατάλι=εργαλείο του φούρναρη για να τακτοποιεί τα ξύλα στη φωτιά
⦁ Τσατουμάς= εσωτερικός τοίχος του σπιτιού με καλάμια
⦁ Τσάτρα πάτρα=ανακατωμένα
⦁ Τσατσάρα=χτένα
⦁ Τσαχπίνα = πεταχτούλα, ναζιάρα
⦁ Τσεμπέρι=γυναικείο μαντήλι για το κεφάλι
⦁ Τσέπια=κέρατα
⦁ Τσερβέλο=μυαλό
⦁ Τσέρκι=το στεφάνι του βαρελιού
⦁ Τσέρλα ή Τσερλιό = Διάρροια
⦁ Τσιαμπασίρια = τα πράγματα, τα αντικείμενα του νοικοκυριού
⦁ Τσίβα=πολύ πυκνός
⦁ Τσιβί = μηχανισμός για να κλείνει η πόρτα
⦁ Τσιγαρίδα=παστό χοιρινό
⦁ Τσίγδαλο=άγουρο μύγδαλο
⦁ Τσιγκέλι= σίδερο που κρεμάνε το σφαγμένο ζώο
⦁ Τσιγκλάω=ενοχλώ,σπρώχνω
⦁ Τσιλιμπουρδίζω= φλερτάρω
⦁ Τσίμα τσίμα= ίσα ίσα
⦁ Τσιμπάω= τρώω λίγο λίγο
⦁ Τσινάει=κλωτσάει το τσινιάρικο άλογο ή το γαϊδούρι
⦁ Τσίνορο =βλέφαρο
⦁ Τσιουνίζουν (τα πουλιά)= κάνουν τσίου τσίου
⦁ Τσίπα= ντροπή
⦁ Τσιρίζω= φωνάζω με διαπεραστική φωνή
⦁ Τσιριμόνιες=ναζάκια και παραξενίτσες
⦁ Τσίτι = απλό βαμβακερό εμπριμέ ύφασμα
⦁ Τσίτσα ή τσότρα=ξύλινο δοχείο κρασιού
⦁ Τσιτσί = Κρέας
⦁ Τσιτσίδι = γυμνός
⦁ Τσιτώνω=τεντώνω
⦁ Τσιφί= ασφάλεια πόρτας
⦁ Τσογλάνι= παλιόπαιδο
⦁ Τσοκανάω=χτυπώ
⦁ Τσόλια=παιχνιδάκια
⦁ Τσοτίνι= τσουλούφι
⦁ Τσότσος=κοντός
⦁ Τσούζω= πίνω οινοπνευματώδη ποτά
⦁ Τσουκάλι= πήλινη κατσαρόλα
⦁ Τσούκι=ξύλο απελέκητο, κουτός
⦁ Τσούκου τσούκου =σιγά σιγά
⦁ Τσουλουφρίζω=καίω
⦁ Τσουλοχάνι=ο χώρος τοποθετεί τα αναμμένα ξύλα ο φούρναρης
⦁ Τσουμπλέκια=κουζινικά είδη
⦁ Τσουπούτω =γεματούλα
⦁ Τσούπρα=κοπελίτσα
⦁ Τσουπώνω=στριμώχνω, πιέζω
⦁ Τσουράπια=κάλτσες
⦁ Τσούρμο=μεγάλη παρέα ατόμων
⦁ Τσουρουφλίστηκα=κάικα
⦁ Τσουτσουρίζω=χτυπώ με λεπτή βέργα
⦁ Τσουτσουρώνω=αγριεύω
Υ
⦁ Ύβαλα=άνω κάτω
Φ
⦁ Φαγανιάρηςή φαγανός= λαίμαργος
⦁ Φακιόλι=μαντήλι για το κεφάλι
⦁ Φακλάνα=χοντρή και άσχημη γυναίκα
⦁ Φαλιρίζω= φτωχαίνω
⦁ Φαλτσέτα=γυριστό μαχαίρι για χαράκι
⦁ Φαμίλια= οικογένεια
⦁ Φανερώματα=επισημοποίηση προξενειού
⦁ Φάπα =Σφαλιάρα
⦁ Φάρα=σόι
⦁ Φαρμουντός = εφαρμοστός
⦁ Φαρσί=πολύ καλά
⦁ Φάσκελο ή μούτζα= όταν μουτζώνεις κάποιον
⦁ Φασκιά=ύφασμα που δίπλωναν τα μωρά
⦁ Φασμαγούδια=γλυκάκια
⦁ Φαφατιάζω=μαλακώνω
⦁ Φαφούτης= χωρίς δόντια
⦁ Φελάει =αξίζει, ωφελεί
⦁ Φελέκι = τύχη
⦁ Φελί ή φεκλί= κομμάτι
⦁ Φιγιό=κρύος αέρας
⦁ Φιγουρίνι=όμορφη κοπέλα, αλλά και περιοδικό μόδας.
⦁ Φίλεμα=κέρασμα
⦁ Φιλεύω=κερνάω
⦁ Φιλιατρό=χείλος πηγαδιού
⦁ Φιότσος=βαφτιστήρι
⦁ Φιρί φιρί =σιγά σιγά και επίμονα (φιρί φιρί το πας να μαλώσουμε)
⦁ Φίσκα =γεμάτο
⦁ Φιτιλιά=ύπουλη κατηγορία
⦁ Φκιέντρα=εργαλείο που καθάριζε το αλέτρι από το χώμα
⦁ Φλασκί=δοχείο κρασιού
⦁ Φλέσουρα=σκουπίδια από ξερά φύλλα
⦁ Φλέτζα=φέτα πορτοκαλιού
⦁ Φλίκτρες= δερματική πάθηση
⦁ Φλόμος=φυτό με δηλητηριώδη ναρκωτική ουσία
⦁ Φλομώνω=ζαλίζω
⦁ Φορτσάτος = πολύ δυνατός
⦁ Φούγα =οργή , αποκορύφωμα
⦁ Φουγκαρία=μεγάλη φωτιά
⦁ Φούλης=αδερφούλης
⦁ Φούμαρα=παραμύθια, ψέματα
⦁ Φουμέρνω=καπνίζω
⦁ Φουντουλώνω=σκάω, ανάβω
⦁ Φούρια=ορμή, βιασύνη
⦁ Φουριόζος =βιαστικός
⦁ Φούρκα= διχαλωτό ξύλο για να σηκώνει ψηλά την απλώστρα ,κάτι πολύ γεμάτο
⦁ Φουρκέτα ή φουρκαδέλα = τσιμπιδάκι για τα μαλλιά
⦁ Φουρκίζω=στενοχωρώ,θυμώνω
⦁ Φούρλα  = Περιστροφή
⦁ Φουρνέλο=δυναμίτης
⦁ Φουρφούκι=γεμάτο, μεγάλος αριθμός από..
⦁ Φουσκιά=ακαθαρισίες ζώων
⦁ Φουσκίτης=κενός
⦁ Φουσκοδεντριά=όταν τα μάτια στα κλαριά των δέντρων είναι έτοιμα να ανοίξουν, αλλά και η ερωτική επιθυμία
⦁ Φούσκος=χαστούκι , σκαμπίλα αλλά και πέσιμο
⦁ Φουφού=ψησταριά για κάστανα
⦁ Φουφούλα= πολύ φαρδύ και κοντό παντελόνι για τη γυμναστική
⦁ Φραντζάτα=καλύβα
⦁ Φρίξα=παξιμάδι
⦁ Φρουγκάλα=φουσκάλα στο δέρμα με υγρό
⦁ Φτενός =λεπτός
⦁ Φτερωτή=εξάρτημα του νερόμυλου
⦁ Φτούνος φτου=αυτός
⦁ Φτουράει =είναι αρκετό ή κάνεις κάτι πολύ γρήγορα
⦁ Φυράδες= χαραμάδες
⦁ Φώλος= το αυγό στην φωλιά που προσελκύσει τις κότες
⦁ Φωτίκια=βαφτιστικά ρούχα, λαδόπανα
⦁ Φωτομανάει= φωτίζει πολύ
Χ
⦁ Χαβάς=συνήθεια
⦁ Χάβρα=πολλή φασαρία
⦁ Χαϊβάνι=σιδερένιο γουδί, και βρισιά για κάποιον που δεν καταλαβαίνει
⦁ Χαϊλώνω =χαζεύω
⦁ Χαΐρι=προκοπή
⦁ Χαλβαδιάζω= παρατηρώ κάτι που το θέλω πολύ, ζαχαρώνω
⦁ Χάλιακας=χαζός
⦁ Χαλιάς=σωρός από πέτρες
⦁ Χαμάλης= ο εργάτης που φόρτωνε και ξεφόρτωνε
⦁ Χαμαλίκα= το σωματείο των φορτοεκφορτωτών
⦁ Χαμοκέλα ή χαμόγι=παλιό χαμηλό σπιτάκι
⦁ Χαμολόι=οι ελιές που μάζευαν από κάτω
⦁ Χάμου=κάτω
⦁ Χαμούρι=πολτός ελιάς
⦁ Χαμπάρι =⦁ νέο, ⦁ είδηση, ⦁ μαντάτο
⦁ Χαμπέρι =  η  είδηση
⦁ Χάνι= πανδοχείο
⦁ Χανταβουλιάζομαι =εξαφανίζομαι, χάνομαι
⦁ Χαντρολαίμι=κολλιέ
⦁ Χαράκι=αφαίρεση μέρους του κορμού του αμπελιού
⦁ Χαράμι = άδικα
⦁ Χαραμοφάης = ο τεμπέλης
⦁ Χαράνι=καζάνι
⦁ Χαράρι=πλέγμα για τη μεταφορά του άχυρου με το γαϊδούρι
⦁ Χαρβαλίκι=χαρτζηλίκι
⦁ Χάρβαλο=χαλασμένο
⦁ Χαρχαλεύω=ανασκαλεύω,ψάχνω, ψαχουλεύω
⦁ Χασκαρίζει ή χάσκει =γελάει
⦁ Χασομεράω=καθυστερώ
⦁ Χασομέρι  = η αργοπορία
⦁ Χάφτω=καταπίνω
⦁ Χερικό  = το καλό χέρι για καλό αποτέλεσμα στις δουλειές
⦁ Χερόβολο ή χειρόβολο=δέσμη από στάχυα
⦁ Χεροκωλιάζω=ρίχνω ξύλο στον πισινό
⦁ Χλεμπονιάρης άρρωστος,κιτρινιάρης
⦁ Χλιαίνω=ζεσταίνω
⦁ Χόβολη=στάχτη στο τζάκι
⦁ Χορατό =αστείο
⦁ Χορίδια =μικρά κομματάκια από πετρούλες και χαλικάκια που πέφτουν από κάποιο τοίχο.
⦁ Χούγι ή χούι =συνήθεια
⦁ Χουγιάζω =βρίζω
⦁ Χουλιάρι=κουτάλι
⦁ Χουνέρι  = μεγάλη ζημιά, βλάβη, πάθημα, κοροϊδία
⦁ Χούνη=το μέρος ανάμεσα σε δυο πλαγιές
⦁ Χουρχούρα=στάμνα
⦁ Χούχλος=κόχλος=βράσιμο
⦁ Χουχουλιάζω=ζεσταίνω κάτι
⦁ Χουχουλιέμαι=φτιάχνω φωλιά και κάθομαι μέσα
⦁ Χράμι=χοντρό σεντόνι
⦁ Χρέπι = ερείπιο
⦁ Χρίζω =αλείφω
⦁ Χρονιάρα = η ημέρα που είναι αργία, καθώς και οι μεγάλες γιορτές
Ψ
⦁ Ψειρίζω= ξεψειρίζω αλλά και κλέβω ή παίρνω χρήματα
⦁ Ψελλίζω=μιλάω χαμηλόφωνα
⦁ Ψες=χτες
⦁ Ψιλιάτικο =το τελευταίο ποτήρι κρασί
⦁ Ψιλοκάθαρος=καθάρισμα των ελιών από τα περιττά κλαριά
⦁ Ψόφος =πολύ κρύο, αλλά και θανατικό
⦁ Ψωμολυσσάω= πεινάω πολύ
⦁ Ψωμωζώ=ζω φτωχικά
⦁ Ψωμώνω=ωριμάζω

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΚΑΠΗ ΦΙΛΙΑΤΡΩΝ

Διονυσία Συρράκου
Είμαι μια νόνα 80 χρονών και στην ηλικία σας ζούσα μια ζωή γεμάτη γέλια και χαρές σε μια γειτονιά γεμάτη από παιδιά γιατί η κάθε φαμίλια είχε 4-5 παιδιά. Η ρούγα μας είχε δίπατα σπίτια, το ένα κοντά στο άλλο. Στο ανώι καθόντουσαν οι άνθρωποι και στο κατώι είχαν τα ζα τους. Τα ζωντανά τους ήταν άλογα, γαϊδούρια, γίδες, όρνιθες και πετεινοί με τα κόκκινα λειριά τους και τα πολύχρωμα φτερά τους. Οι πετεινοί ήταν και ρολόγια της γειτονιάς. Στο διπλανό σπίτι από το δικό μας καθόταν ο μπαρμπα Κομνηνός με τη γυναίκα του τη θεια Ντίνα. Ήταν άτεκνος. Ο μπάρμπα Κομνηνός είχε ένα βασταγό που το έλεγε Κωτσόρω. Την Κωτσόρω την είχε περί πολλού γιατί ήταν το σημερινό αυτοκίνητο.

Όλες οι μετακινήσεις του και οι μεταφορές τις έκανε με την Κωτσόρω. Μια χρονιά, δεν θυμάμαι πλέον την χρονολογία, ήταν θεριστής και ο μπάρμπα Κομνηνός ήθελε να παστρέψει το παχνί της Κωτσόρως. Πήρε λοιπόν το βασταγό ασαμάρωτο και την τριχιά στο χέρι και τράβηξε για ένα χωράφι που ήταν λίγο πιο πέρα από τα Ματακαίικα να δέσει τη Κωτσόρω να βοσκήσει και να του δοθεί το τράτο να καθαρίσει τον αχυρώνα. Αφού την έδεσε γύρισε στο σπίτι του.

Την άλλη μέρα ο μπάρμπα Κομνηνός πήρε τον σίγλο και την μπικιόνα γεμάτα νερό και πήγε να ποτίσει το ζωντανό, αλλά ζωντανό δεν βρήκε. Το γαϊδούρι είχε κόψει την τριχιά και είχε πάρει τα πλατιά του. Έψαξε εκεί γύρω αλλά δεν την βρήκε πουθενά. Γύρισε απελπισμένος στο σπίτι. Τι να κάνει λοιπόν, πήγε και βρήκε τον ντελάλη. Ντελάλης τότε ήταν ο Σαράντος, ένας άντρας με βροντερή φωνή που έβγαινε στο παζάρι και διαλαλούσε αυτά που ζητούσε ο κάθε ένας. Αυτό γινόταν στο παζάρι-αγορά στον σημερινό πεζόδρομο. Εκεί ήταν όλα τα μαγαζιά Από μπακάλικα, οπωροπωλεία, καφενέδες, ταβέρνες, ραφεία, χασάπικα, κουρεία, τσαγκάρικα, κι εκεί φώναζε ο ντελάλης τις παραγγελίες. Βγήκε λοιπόν το βράδυ και φώναξε δυνατά για τον χαμό της Κωτσόρως, λέγοντας ότι όποιος τη βρει, θα πάρει και τα βρετικά του. Την άλλη μέρα το πρωί την έφερε στο σπίτι του Κομνηνού ο μπαρμπα-Ντίνης που την είχε βρει στο μποστάνι του. Ο μπαρμπα Κομνηνός χάρηκε για την επιστροφή της Κωτσόρως, πλήρωσε τα βρετικά στον μπαρμπα-Ντίνη, αλλά πλήρωσε και τη ζημιά που είχε κάνει στο μποστάνι του.

Την ιστορία αυτή την έγραψε η γιαγιά Διονυσία Συρράκου για τα παιδιά του 3ου Δημοτικού σχολείου Φιλιατρών. Φιλιατρά 12ος 2019
ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΠΑΛΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

1.Μια μέρα η γιαγιά μου μαγείρεψε μέσα στον νταβά ένα πετεινάρι. Το είχε βγάλει από τον φούρνο και το έβαλε πάνω στον πάγκο να κρυώσει. Ήταν όμως ανοιχτή η εξώπορτα και ένα κατσούλι μπήκε κι έφαγε το φαγητό. Μόλις το πήρε χαμπάρι η γιαγιά, άρχισε να σκούζει και να λέει «φύγε από δω συφοριασμένο» και το γατί πιλάλησε στον αγρό.
2.Μου λέει η μαμά μου «Πάρε ένα κοντύλι και μια πλάκα και γράψε τι θα πάρουμε στο κουνενέ. Ποιο κουνενέ μαμά; Ξέχασες τη σειριά σου ; Της θείας σου της Μαρίας το μωρό.
3.Η μαμά Κώσταινα κάθε Κυριακή μετά την εκκλησία έκανε γενική καθαριότητα στο σπίτι. Άνοιγε όλα τα παράθυρα του σπιτιού τέντα και γύριζε τις καρέκλες τουρνόκωλα πάνω στο τραπέζι. Άρχιζε να χουγιάζει τον Κώστα αν μπλεκόταν στα πόδια της. Έβαζε και το λεβέτι γεμάτο φαΐ. Θα ερχόσαντε οι κουμπάροι από τη δώθε ρούγα. Έπιανε τη σαρωματίνα και σάρωνε όλα τα σκουπίδια του σπιτιού. Απ’ τη πολλή δουλειά και το τραπέζωμα το βράδυ ήταν κούρβουλο, έλεγε, και ένιωθε σάψαλο.
4.Η γιαγιά Μαριώ από την πάνω ρούγα πήγε να μαζέψει απίδια και να τα βάλει στο κοφίνι. Από ψες είχε ανάψει το παραγώνι και έβραζε τα λόπια. Αφού απόκαμε με το μάζεμα, γύρισε στο σπίτι και γέμισε τη βίκα με νερό. Έφτασε το σούρουπο και ήρθε ο γιος της ο Δημητρός. Κάτσανε παρέα, κόψανε μια αγκωνή και φάγανε τα λόπια.
5.Ψες μπονόρα, η μαμά μου μαγείρευε με το τσουκάλι στη φωτιά. Μετά μάζεψε με τη μασά τη στάχτη. Ο πατέρας μου ήταν στη δουλειά. Εμείς τον περιμέναμε να φάμε όλοι μαζί κασταβέτσι. Ο μπαμπάς μου μίλαγε με τον φούλη. Μέχρι να έρθει είχε πάει βράδυ κι εμείς κοιμηθήκαμε. Το βράδυ ξύπνησα από την ατούρα και τον είδα να μπαίνει μέσα στο κονάκι. Ύστερα ο μπαμπάς μου μου λέει «πήγαινε να κοιμηθείς με την κουτσούνα σου». Αργότερα τα ζα έσκουζαν οπότε δεν κοιμήθηκα το βράδυ.
6.Μια μέρα μπονόρα πήγα στο κτήμα του παππού. Τα ζα ήταν αφηνιασμένα και τα χούγιαζε. Έκανε κρύο γι’ αυτό φόρεσα ένα σάισμα. Ήτανε πολύ χοντρό και με κράτησε ζεστό. Ο παππούς πήγε στο κονάκι του και ρούγκλισε το καφέ του . Μετά πήγε στον απόπατο γιατί θα του έσπαγε η φούσκα. Μόλις τα ‘κανε γλίστρησε στο σαπούνι και έπεσε χάμου κι έκανε μιμί στο γκουργκούνι του. Πήγε για ύπνο και τότε είδε ένα κατσούλι με μια γουστέρα στο στόμα που χοροπηδούσε στην καριόλα του.
7.Η μαμά μου μου είπε ότι παλιότερα στα σχολεία οι δάσκαλοι είχαν μια βίτσα για να φοβερίζουν και να χτυπούν τους μαθητές που δεν έκαναν ησυχία.

ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ 3ου ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ «ΑΝΑΣΤΑΙΝΟΥΝ» ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Ο τίτλος αυτού του σύντομου σημειώματος ίσως δεν είναι απόλυτα δόκιμος. Εκτός αν θεωρήσουμε ότι η λησμονιά σημαίνει θάνατος. Οι μαθητές πάντως της Δ΄τάξης του 3ου Δημοτικού σχολείου Φιλιατρών, με την καθοδήγηση των δασκάλων τους, δεν άφησαν τις λέξεις στο θάνατο της λησμονιάς.

Γι’ αυτό και η συλλογή εκατοντάδων «λησμονημένων» λέξεων, που επιμελήθηκε ο Γιάννης Αλεξανδρόπουλος, Διευθυντής του συγκεκριμένου σχολείου, δεν έχει τον χαρακτήρα ενός «νεκροταφείου λέξεων», αλλά ενός μπαξέ, που αναδίδει ένα άρωμα νοσταλγίας για τους παλιούς και πρόκληση για τους νέους.

Συναισθήματα, που τα βρίσκουμε αποτυπωμένα και στις μικρές ιστορίες, που έχουν ενταχτεί στις σελίδες αυτής της πρωτότυπης έκδοσης.
Είχα την ευκαιρία να βιώσω από κοντά το ενδιαφέρον των παιδιών γι’ αυτή τη διαδικασία, όταν με την προτροπή του διευθυντή και συνοδευόμενος από τον ίδιο και τη δασκάλα των μαθητών , την κα Μαρία Χατζή, βρέθηκα στην τάξη,(με συγκίνηση είναι αλήθεια, αφού υπήρξα μαθητής του ίδιου σχολείου και οι μνήμες αναβίωσαν.)Τους έδωσα λοιπόν ένα ερέθισμα, χρησιμοποιώντας μερικές λέξεις της φιλιατρινής ντοπιολαλιάς, και είδα πολλά χεράκια να σηκώνονται: «κύριε, κύριε….»

Δεν είναι η πρώτη φορά που το τρίτο Δημοτικό Σχολείο μάς εκπλήσσει ευχάριστα με τις δράσεις του, που αναπτύσσονται μέσα κι έξω από τις σχολικές αίθουσες, ενισχύοντας τη μαθησιακή διαδικασία και την κοινωνικοποίηση των μαθητών με τελευταία βέβαια κατάκτηση τη δημιουργία Παιδικής Βιβλιοθήκης στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων του σχολείου, στην οποία μάλιστα δώσανε τ’ όνομα του πρώτου Διευθυντή του Σχολείου, του αείμνηστου δασκάλου μου Μίμη Κωτσάκη.
Αξίζουν συγχαρητήρια στον Διευθυντή, στο σύνολο των Διδασκόντων και στον Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων κι ένα «μπράβο» στους μικρούς μαθητές.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΛΛΙΑΣ- Μαθητής του 3ου Δημοτικού σχολείου στις αρχές της δεκαετίας του ‘50
Η ΘΕΙΑ ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ
Του Κώστα Ερανιώτη

-Αχ! Κάποτε σε καιρό ντάλα ράβδου τα λιοστάσια κελαηδούσαν. Σήμερα γρυλίζουν.- Έλεγε και ξανάλεγε η Θεια Γιαννούλα, η πρώτη λιοπανού του κάμπου. Δε λέου καλά ‘ναι και τα «αλυσοπρίονα» και η ηλεκτρική ραβδιστήρα με την πεταλούδα στην κορυφή. Κάνουν τη δουλειά πιο εύκολη και πιο γλήγορη. Το καταλαβαίνω, δεν λωλάθηκα.
– Άστα τα λόγια Γιαννούλα την κατσάδιασε ο μπαρμπα Δημητράκης, τα’ αφεντικό, που ήταν κέρβερος. Και συ ρε Βάγγο, δεν έχεις ανάκαρο… ολόκληρη φούντα άφησες αράβδιστη.
– Μη σε πιάνει αγκούσα μπαρμπα Δημητράκη. Ας μείνει και κάτι να φάνε και τα κοτσύφια, πετάχτηκε η θεια Γιαννούλα που δεν χάριζε κάστανα. Η θεια Γιαννούλα εκτός από καλή λιοπανού, ήταν και χωρατατζού και μερακλού. Της άρεσε να λέει καλαμπούρια, αλλά και της άρεσε να τραγουδάει. Κι ήξερε όλους τους ρυθμούς των τραγουδιών, αλλά δεν θυμότανε ποτέ τα λόγια. Έτσι αρχίνιζε με ένα τραλαλα και μετά συνταίριαζε δικά της λόγια. Ανάλογα μάλιστα με την περίσταση. Έτσι και τώρα. Αφού μελέτησε τα κοτσύφια σκάρωσε αμέσως τα στιχάκια:
-Τριαλαλά τριαλαλά το κοτσύφι κελαηδά.
Τραγουδάει στα κλαδιά που’ χει φτιάξει τη φωλιά.
Είχε και ρεφρέν άσχετο:
Κι η Κοντύλω η τσαχπίνα, μάζευε στον κάμπο κρίνα.
Κάθε φορά χρησιμοποιούσε το όνομα της γυναίκας που ήθελε να κογιονάρει και συνέχιζε
-Τριαλαλά τριαλαλά τι γλυκά που καλαηδά
το κοτσύφι στην καρδιά
που’ χει στήσει εκεί φωλιά.
(Κι άλλαζε το ρεφρέν)
-Κι η Κοντύλω η καημένη με τα κρίνα στολισμένη.
Ο μπαρμπα Δημητράκης όμως ούτε με το τραγούδι μέρεψε και συνέχιζε να τα βάνει με τον Βάγγο για την αράβδιγη φούντα.
⦁ Άντε ρε Βάγγο, μπίτι άταρος είσαι.
Του πήρε μάλιστα τη δέμπλα κι άρχισε να ραβδίζει ο ίδιος αγκομαχώντας.
Κι η Θεια Γιαννούλα που είχε τσαγανό κι έφτιαχνε στίχους στο πι και φι , σκάρωσε στο άψε σβήσε το καινούριο της τραγούδι:
-Τριαλαλά τριαλαλά αγκομαχάει η ελιά.
Αγάντα δόλια μου καρδιά.
Κι ακολουθούσε το ρεφρέν:
-Βαρύ χτυπάει το δεμπλάκι,
Γεια σου μπαρμπα Δημητράκη.
Τριαλαλά τριαλαλά χοροπηδάνε στα πανιά σαν κουρκουσέλι οι ελιές
Χαρά στις βεργολυγερές.
Και πάλι το ρεφρέν
Βαρύ χτυπάει το δεμπλάκι, γλέντα το μπαρμπα Δημητράκη.
Του μπαρμπα Δημητράκη όχι μόνο δεν του αρέσανε τα καμπαέτια της θεια Γιαννούλας, αλλά του ‘ρχότανε να βγάλει καρναβίτσιες. «Κουραφέξαλα» του ΄ρθε να φωνάξει.
Τι να κάνει όμως που κόντευε το σκόλασμα κι έμειναν κάποιες ελιές αράβδιγες; Έτσι άρχισε το παρακαλετό:
-Ρε παιδιά να μείνουμε λίγο για να κιόσουμε. Πρώτη πετάχτηκε η θεια Γιαννούλα που ‘ χε μάθει να δουλεύει ήλιο με ήλιο
– Ας μην κιοτέψουμε, είπε στους άλλους εργάτες. Άλλωστε κάτι αργιολόγια έχουνε μείνει. Κι έπεσε με τα μούτρα να στρώσει την επόμενη ελιά.
Καθώς ο ήλιος κόντευε να βασιλέψει κι ο Βάγγος σάκιαζε το τελευταίο τσουβάλι, η θεια Γιαννούλα , αν κι αποκαμωμένη, ζύγωσε τον μπαρμπα Δημητράκη να του δώσει τον αετό, σκαρώνοντας ένα ακόμη στιχάκι:
-Άντε μπαρμπα Δημητράκη,
γέλασε κι εσύ λιγάκι.
Πάρε τούτο το κλαράκι,
κρέμασέ το στο πορτόνι
να μας βρουν καινούριοι χρόνοι.
Τραλαλά τριαλαλά
Βοήθειά μας Παναγιά….
Κι ο μπαρμπα Δημητράκης επιτέλους χαμογέλασε!……

ΜΑΘΕ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Του Κώστα Ερανιώτη
Ο κυρ Περικλής ήταν μεροκαματιάρης αγρότης, περιλάλητος στην αγροτιά για την αξιοσύνη του. Και γι’ αυτό ήταν περιζήτητος στις δουλειές που ήθελαν μαστοριά, όπως ήταν ο σκάλος στις σταφίδες και ο κλάρος και ο ψιλοκάθαρος στις ελιές. Είχε κι έναν μικρό κλήρο ο Κυρ Περικλής. Ένα περιβολάκι με ελιές και λίγα στρέμματα σταφίδα κι έτσι τα ‘φερνε βόλτα. Είχε όμως κι έναν καημό, που του ’τρωγε τα σωθικά. Να μάθουν τα παιδιά του γράμματα. Ο ίδιος ήταν σχεδόν αγράμματος. Ξύλο απελέκητο, όπως έλεγε για τον εαυτό του. Λίγα κολλυβογράμματα πρόλαβε να μάθει και με αυτά μπορούσε να διαβάζει και να γράφει τσάτρα πάτρα. Τι να γράφει δηλαδή, κανα γράμμα πού και πού στα ξενιτεμένα αδέρφια του. Κι όλα τα γράμματα που έστελνε ξεκίναγαν με την ίδια φράση που την είχε αποστηθίσει: « Αγαπιτά μου αδέρφια, ιγίαν έχουμε, το αφτό ποθούμε και διιμάς….» Από ορθογραφία…. Άστα και φασκελωκουκούλωστα. Όλα τα «ι» τα έγραφε με γιώτα, όλα τα «ε» με έψιλο κι όλα τα «ο» με όμικρο. Κι από διφθόγγους….χαιρέτα μας τον πλάτανο. Αλλά και η γυναίκα του η κυρά Ασπασία…ίδια φάση. Η γραμματοσύνη της είχε μείνει στο «λα λα Λόλα» του Αναγνωστικού της Α΄ Δημοτικού εκείνου του καιρού.
Δεν ήταν η πολύφερνη νύφη η κυρά Ασπασία. Έγινε όμως καλή μάνα και καλή νοικοκυρά και δουλευταρού. Αφέντρα στο σπιτικό αλλά έκανε κι άλλες δουλειές, εξωτερικές. Έβοσκε τα μαρτίνια της, τα άρμεγε έπηζε στη τσαντίλα μυτζήθρα που την πούλαγε στη γειτονιά. Καλλιεργούσε κι ένα μποστανάκι με ζαρζαβατικά. Κάποιες φορές δούλευε και μεροκάματο σε εποχιακές αγροτικές δουλειές. Στον ξέφυλλο, στο χαράκι , στον τρύγο, στον ράβδο. Έκανε έτσι το δικό της κομπόδεμα για να αγοράζει νήματα για τον αργαλειό της, χωρίς να βαραίνει τον οικογενειακό κορβανά. Καλόβολη γυναίκα η κυρά Ασπασία, αντίλογο δεν είχε με τον άντρα της. Μόνο καμιά φορά, που ο κυρ Περικλής γινόταν αφόρητα πιεστικός στον πρώτο τους γιο που δεν τα πήγαινε καλά στο σχολειό. Τότε έμπαινε στη μέση η κυρά Ασπασία για να μερέψει τα πράγματα και το ‘κανε με διπλωματία, χωρίς να φαίνεται ότι υποστηρίζει τον γιο της, αλλά δείχνοντας ότι νοιάζεται για τον ίδιο τον άντρα της.
-Άστονε καημένε, μην κάνεις έτσι και σε ΄βρει κόλπος. Ντερμεντε και σώνει να σπουδάσει; Αφού βλέπεις πως δεν τα παίρνει τα γράμματα. Αυτή η φράση μπουρίνιαζε περισσότερο τον κυρ Περικλή, τον φρίκαρε.
-Μα τι μου λες τώρα ρε γυναίκα, ότι ο γιος μας είναι κουτορνίθι; Έ όχι , δεν είναι κουτορνίθι, ακαμάτης είναι. Κι άρχιζε να σούρνει στον γιο του τα εξ αμάξης. Και τι δεν του ’λλαζε…. Τι μπούφο, τι στούρνο, τι σκράπα τον έλεγε Ντουβάρι τον ανέβαζε, τούβουλο τον κατέβαζε.
-Θα σε κόψει λόρδα κακομοίρη μου. Διακονιάρης θα καταντήσεις…
-Να τα ‘κους κι εσύ, γύριζε την κουβέντα στον μικρό γιο του που μόλις έκανε τα πρώτα σχολικά βήματα. Μη μοιάσεις στον μοσκιό τον αδερφό σου Με νογάς τι σου λέω;
-Γράμματα παιδάκι μου. Γράμματα να μάθεις!…. γλύκαινε την κουβέντα η κυρά Ασπασία.
Τόσο πάθος πια με το σχολείο ! Είχε όμως την εξήγησή του. Ως μικρός ο Περικλής τα ’παιρνε τα γράμματα. Ο πατέρας του όμως τον τράβηξε από το σχολείο. Ο μακαρίτης είχε εφτά στόματα να θρέψει και δύσκολα τα ‘φερνε βόλτα. Η γυναίκα του, φιλάσθενη καθώς ήταν , μόλις και τα κατάφερνε στις δουλειές του σπιτιού. Στις αγροτικές δουλειές δεν άντεχε να βγει. Ζήτησε λοιπόν αποκούμπι στον πρωτότοκο γιο του. Έτσι ο μικρός Περικλής άφησε με κλάματα την «πλάκα» και το «κοντύλι» και βγήκε στη βιοπάλη. Ολοχρονίς δούλευε στο μπακάλικο του Νικάκη κάνοντας διάφορα θελήματα για ένα χαρτζιλίκι. Στις εποχικές αγροτικές δουλειές ο πατέρας του τον έπαιρνε μαζί του. Στον τρύγο , να απλώνει σταφύλια στο αλώνι και στον ράβδο, να χτυπάει τα απόκλαρα με το δεμπλάκι. Κι αυτά για ένα λειψό μεροκάματο. Τα χρόνια πέρασαν. Ο μικρός Περικλής ανδροποιήθηκε. Πήρε τον δρόμο του στη ζωή. Το σχολείο όμως του έμεινε απωθημένο. Και με αυτό το απωθημένο ξέσπαγε στο γιο του. Με αυτό το « Μάθε παιδί μου γράμματα» ο κυρ Περικλής πίστευε πως έπαιρνε εκδίκηση για το δικό του χαμένο όνειρο….

ΜΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΑΝΑΜΝΗΣΗ
Του Κώστα Ερανιώτη

Εκείνα τα Χριστούγεννα ήταν διαφορετικά. Μας το ’χε πει άλλωστε η γιαγιά Βαλσάμω πως θα έχουμε μουσαφίρη. Τον θείο από την Αμερική. Για τ’ όνομα του θείου έγινε ένας καυγάς τρικούβερτος.
-Ποιος θείος; Ρώτησα.
-Ο θείος ο Μάχος, απάντησε η γιαγιά..
-Τηλέμαχος, είπε ο παππούς Αγησίλαος.
-Μάχος, ξαναείπε η γιαγιά με γινάτι.
-Τηλέμαχος έσκουξε ο παππούς, με γινάτι κι εκείνος.
Ο παππούς έσκουζε, η γιαγιά τσίριζε και για ψύλλου πήδημα ο παππούς και η γιαγιά γίνανε σβουρνίδια. Την κατάσταση την έσωσε η μάνα μου
-Νισάφι πια, τους αποπήρε. Μας αλαλιάσατε. Σεργούνι γίναμε στη γειτονιά. Αμάν ρε μάνα τι τον τσιγκλάς! Αφού ξέρεις τον νταλκά του με τα αρχαία ονόματα. Και συ ρε πατέρα… Αμάν το βίτσιο σου. Ηρέμησε, θα σε ’βρει κανα συγενικό. …
Αγάλια αγάλια η κατάσταση μέρεψε. Πέρναγε η ώρα κι έπρεπε να συγυριστεί το σπίτι, και τους είχε πιάσει όλους πρεμούρα. Βέβαια οι χοντρές δουλειές είχανε γίνει. Η γιαγιά είχε κατεβάσει από τον γιούκο της και είχε στρώσει τα ομορφότερα κιλίμια της. Και ο σοφράς δίπλα στο παραγώνι ήταν στρωμένος μ’ ένα ολοκέντητο τραπεζομάντηλο. Στο κέντρο το χριστόψωμο, σκεπασμένο με ένα χρωματιστό τουβαλίθι. Τώρα ο καθένας φρόντιζε τη δουλειά του: Ο πατέρας κουβάλησε λιόξυλα και κούρβουλα. Άναψε το παραγώνι κι έκανε κι ένα μικρό σωρό για καβάντζα. Η μητέρα φρόντισε τα γιαπράκια της, που θα νοστίμευαν το χριστουγεννιάτικο τραπέζι και τον θείο από την Αμερική. Ο παππούς είχε γεμίσει την μποτίλια με κρασί γιοματάρι. Είχε καθίσει στην άκρη του καναπέ και φούμερνε το σέρτικο τσιγάρο του.
Πέτα το πια αυτό το αναθεματισμένο, τον απόπαιρνε η γιαγιά, που μόλις είχε τελειώσει το μέλωμα των μελομακάρονων. Μας μπάφιασες πια με το παφ πουφ. Και σίμπα πού και πού τη φωτιά να μη σβήσει.
Άντε καψερή μου την ειρωνευόταν ο παππούς. Ρίξε απάνω σου τον μποξά σου , μην αρπάξεις καμιά πούντα, έτσι άταρη που είσαι…
Πάνω στην ώρα έφτασε ο θείος κι έτσι δεν φουντούλωσε ένας νέος καβγάς.
– Μάχο μου, καλώς ήρθες! Ξεφώνισε η γιαγιά και τον έσφιγγε στην αγκαλιά της
– Τηλέμαχε! Αναφώνησε ο παππούς κι αγκάλιασε τον θείο που ήταν ντυμένος σαν παγώνι, με ένα εμπριμέ κοστούμι. Έσκυψε ο θείος να με φιλήσει μα πρόκανα και τον ρώτησα:
– Θείε , πώς σε λένε; Ξαφνιάστηκε αλλά μου απάντησε
– Στο Αμέρικα με λένε Μαξ, είπε και μείναμε όλοι σύξυλοι!!!
Κάθε φορά που έρχεται στη μνήμη μου ο χριστουγεννιάτικος καβγάς του παππού και της γιαγιάς εγώ παίρνω το μέρος του παππού. Μου αρέσουν τα ονόματα που μας πάνε πίσω στους μύθους και την ιστορία. Όπως Αμβρόσιος, Αλκιβιάδης, Θεμιστοκλής και ακόμα Οδυσσέας, Όμηρος, Λεωνίδας, Σωκράτης. Ονόματα που συνηθίζονται στην πόλη μας και επειδή έχω πάρει το χούι του παππού στενοχωριέμαι όταν τα κουτσουρεύουνε. Όπως έγινε με τον φιότσο μου που από Αριστοτέλης, έγινε Τέλης.

Ο ΦΛΕΒΑΡΗΣ ΚΙ ΑΝ ΦΛΕΒΙΣΕΙ….
Του Κώστα Ερανιώτη
Ήταν μέρες τώρα που ’βρεχε με το τουλούμι. Και τούτο το φλεβαριάτικο κοντόβραδο ουρανός και γη γίνανε ένα. Οι λιγοστοί θαμώνες στο ταβερνάκι του Νέστωρα μουρμουράγανε:
-Μουλιάσαμε πια, έλεγε και ξανάλεγε ο μπαρμπα-Δημοσθένης.
-Πού θα πάει, πετάχτηκε ο κυρ Επαμεινώντας, καθώς στράγγιζε το «πενηνταράκι» στο κρασοπότηρο. «Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει καλοκαίρι θα μυρίσει»…
-Για καλοκαίρι δεν το κόβω-πετάχτηκε ο κυρ Θεμιστοκλής. Αλλά λίγη άνοιξη μου μύρισε. Η κουτσουπιά μώβισε, η μυγδαλιά βλεφάρισε, κι η λεμονιά αρχίνισε να διφορίζει, συμπλήρωσε.
-Φουσκοδεντριές, Θεμιστοκλή μου, φουσκοδεντριές. Τα μάτια των δέντρων άρχισαν να φουσκώνουν, σε λίγο θα σκάσουν τα μπουμπούκια, επανήλθε ο κύρ Επαμεινώντας.
–Κι η γης Νώντα μου, κι η γης. Φόρεσε τα μπλουμίδια της. Τα ξυνούλια κι οι ασπρομαργαρίτες ξομπλιάζουν το καταπράσινο χαλί της. Σκάσανε μύτη και λιγοστές παπαρούνες. Προπέτισσες αλλά και σκιαγμένες. Κι οι αγριομολόχες θεριέψανε. Ξεπέρασαν σε μπόι και τις ποδιές των λιόδεντρων- συνέχισε ο κυρ- Θεμιστοκλής. Το χελιδόνι της άνοιξης όμως αλαργεύει ακόμη.
– Ωραίος ζωγράφος είσαι κουμπάρε, χαμογέλασε ο κυρ Επαμεινώνδας.
-Όχι δα, δε μ’ έχει ανάγκη η φύση. Φτιασιδώνεται από μόνη της. Μονάχη της ζωγραφίζει και σμιλεύει τις ομορφάδες της. Εμείς πολλές φορές την ασχημίζουμε-φιλοσόφησε ο πάντα ετοιμόλογος κυρ Θεμιστοκλής.
-Νέστωρα, ρίξε κανα λιόξυλο στη στόφα γιατί ξυλιάσαμε. Και φέρε ένα κατοσταράκι. Και λαδάτες ελιές, Νέστωρα! Οι ξιδάτες δε σηκώνουν κρασί.
– Συμπέθερε, στράφηκε τώρα στον μπάρμπα Δημοσθένη, τα ‘καψες τα κλαριά;
-Αμέ, απάντησε ο μπαρμπα –Δημοσθένης.
–Λιάνισες κανα ξύλο; Συνέχισε ο κυρ – Θεμιστοκλής. Γιατί ο κουτσοφλέβαρος μπορεί να φεύγει, έρχεται όμως ο Μάρτης, «γδάρτης και παλουκοκάφτης»…
-Και ξύλα λιάνισα, συμπέθερε, κι από παλιά συνήθεια έβγαλα και δυο ντουζίνες κουντέλια. Εγώ όπως ξέρεις τα’ αμπέλι το ξεκώλωσα και φύτεψα τρουμπούκια ελιάς. Άμα τα θέλεις για το αμπέλι σου, χάρισμά σου. Θα χρωστάς όμως έναν μπότη κρασί.
-Νέστωρα φέρε ένα κατρούτσο για μπροστάντζα, παράγγειλε ο κυρ Θεμιστοκλής .
Κι όλοι ξελιγώθηκαν στα γέλια…

ΣΑΝ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΤΙΣ ΠΑΛΙΕΣ
Του Γιάννη Αλεξανδρόπουλου
Ο μπαρμπα-Θανάσης ήταν σέμπρος για πολλά χρόνια. Δούλευε στα χτήματα του κυρίου Περικλή από τότε που ήταν νιος. Τον αγαπούσε τον τόπο, τον αέρα, το φως, τα κλήματα, τα δέντρα, τα ζα, τους ανθρώπους. Είχε φτιάξει τη δικιά του φαμίλια από τότε που ξενομερίτης γνώρισε τον τόπο δουλεύοντας μεροκάματα ήλιο με ήλιο. Έκανε καλό κουμάντο και περνούσε καλά. Mε προξενιό γνώρισε τη μελλοντική του γυναίκα, την Τασά με τ’ όνομα, σε κείνα τα ειδώματα που έχουν να το λένε για χρόνια. Όταν είδε ο μπαρμπα Θανάσης τι καμπαετιλού ήταν η γυναίκα που του γνώριζαν, δεν ήθελε να το κουνήσει ρούπι. Κατακόκκινος από ντροπή, έπινε και ξανάπινε μέχρι που τον πήραν παταλιά για να τον βάλουν στο κρεβάτι του. Κάνανε δυο παιδιά, απέκτησαν κονάκι και δικό τους χτήμα.
Στη δούλεψη του κυρίου Περικλή ήταν ευχαριστημένος. Εκείνος του είχε διαθέσει το μικρό σπιτάκι που ύστερα από χρόνια το αγόρασε, το επισκεύασε, χώρισε δωματιάκια με τσατουμάδες, έχτισε πεζούλια, δημιούργησε μποστάνι και κληματαριά. Δεν ένιωθε πως είχε έναν μπόση πάνω στην κούτρα του, έκανε τη δουλειά του όπως έπρεπε και το μεροδούλι έβγαινε αγόγγυστα. Με τον καιρό απέχτησαν και βασταγό. Φτιάξανε και μια σούστα και μπορούσαν κάθε μέρα να φτάνουν στα Φιλιατρά είτε για να πηγαίνουν τα παιδιά στο σχολείο είτε για να αγοράζουν τα χρειαζούμενα ή να ασχολούνται με τα νιτερέσα τους.
Μπονόρα πήγαινε στη δουλειά χωρίς άλλη ορμήνια. Είτε η σταφίδα ήθελε σκάλο ή χαράκι ή ξελάκωμα και κουντέλιασμα. Έβαζε από μόνος του μέσα στο ταγάρι του το τουβαλίθι που περιείχε κάτι λίγο, έτσι για μπροσμπούκι, λίγο ψωμί ζυμωτό και λίγο άλειμμα που το έφτιαχνε ο ίδιος και το φύλαγε σε μια μπικιόνα. Απαραίτητα μια τσίτσα με λίγο κρασί, το κλειδοπινάκιο με τις ελιές, ένα κρεμμύδι στουμπωτό και τίποτε άλλο. Όταν το γιόμα απόσωνε τη δουλειά, γύριζε στο φτωχικό του. Εκεί έτρωγε για τα καλά με όλη την οικογένεια γύρω από το τραπέζι ή τον σοφρά τον χειμώνα κοντά στο παραγώνι, λέγανε τα νέα της ημέρας, διάβαζαν μαζί τα μαθήματα του σχολείου μιας και είχε μάθει μερικά κολλυβογράμματα στο σχολαρχείο και περνούσε η μέρα. Και όταν πια κοιμόντουσαν τα παιδιά, καθόταν για λίγο με την κυρά του στο παραγώνι έπιναν από ένα ποτήρι κρασάκι από το βαγένι και σχεδίαζαν όσα θα ήθελαν να κάνουν για τα παιδιά τους και το μέλλον τους. Απλά πράγματα δηλαδή. Έπειτα στρωφιάζονταν και φτου κι από την αρχή.
Η ζωή κυλούσε ήσυχα. Τα παιδιά έφτασαν μέχρι το Γυμνάσιο. Οι απαιτήσεις όμως τους φαίνονταν μεγάλες και τα παράτησαν. Η κόρη πήγε να γίνει μοδίστρα και ο γιος βοηθούσε τον Κυρ Θανάση στις δουλειές τα απογέματα και τα πρωινά ήταν παραγιός σε μπαρμπέρικο. Και μάθαινε γρήγορα. Δεν ήταν ανεπρόκοπος καθόλου. Τον καμάρωνε ο κυρ Θανάσης και τον παρότρυνε να δημιουργεί αγάλι αγάλι το δικό του κομπόδεμα για να κάνει μια δική του δουλειά. Δεν ήθελε το παιδί του να γίνει ξωμάχος.
Η θυγατέρα ήταν λίγο κοκέτα. Έκανε βέβαια κάτι κόγκξες στη μάνα της αλλά ο κυρ Θανάσης ήξερε καλά πως η δική του η τσούπρα θα ήταν καλότυχη γιατί και νοικοκυρά καλή ήταν και όμορφη και καλή. Έτσι κι έγινε.
Μια φορά ήταν ντάλα Αύγουστος. Οι σταφίδες του κόσμου στα αλώνια. Είχαν βγάλει με το γράβαλο τα κόρτσαλα και περίμεναν κανα δυο μερούλες ακόμα για να τις μαζέψουν να τις περάσουν από τη μάκινα, να τις σακιάσουν και να τις πάνε στον ΑΣΟ για πούλημα. Βέβαια για καλό και για κακό, είχαν τραβηγμένα τα σταφιδόπανα γιατί το προηγούμενο βράδυ άστραφτε ο Καγιάφας και δε θέλανε να μαζεύουν τη σοδειά από καμιά γράνα.
Η θεια Τασά είχε αναπιάσει το προζύμι για να ζυμώσει ταχιά, είχε βράσει και μια όρνιθα στο κούρβουλο και ίδιαζε το νήμα στην αυλή να είναι έτοιμη για να υφάνει στον αργαλειό εκείνη την μπαντανία που της είχε ζητήσει ο μικρός της. Τι μικρός δηλαδή; Είχε κλείσει τα δεκαπέντε.
Η αδερφή του η Πανωραία, η ωραία Ελένη όπως την φώναζε ο πατέρας της, φορώντας ανάρριχτο τον αγοραστό μποξά που της πήρε δώρο η μάνα της από το πανηγύρι, βάδιζε προς το γούπατο εκεί πέρα στον όχτο με τις πατουλιές και τη Σκατόβρυση ή Κατώβρυση όπως την έλεγε η θεια Τασά εξευγενισμένα, την πηγούλα που έτρεχε συνέχεια νερό για να γεμίσει τη βίκα που της ζήτησε η μάνα της και να μαζέψει μερικά ξερά ξύλα για να ανάψουν τον φούρνο. Έσκυψε να πιει νεράκι έτσι μουτσουνάτα από το σπλινθάρι, δρόσισε το όμορφο πρόσωπό της και προσπαθούσε να βάλει τη ζαλιά τα ξύλα στην πλάτη της όταν ένιωσε πως κάποιος στεκόταν μπάστακας πολύ κοντά της και προθυμοποιήθηκε να τη βοηθήσει. Γύρισε και αναρίγησε όταν είδε έναν λιανό, λιμοκοντόρο, ομορφονιό σαν εκείνους που υπήρχαν στα περιοδικά της εποχής, με μια άσπρη καμίζα δεμένη μπροστά με κόμπο. Αποκάικε αλλά δεν τον αποπήρε. Απίθωσε κάτω τ΄ αγγειό και δέχτηκε τη βοήθειά του. Εκείνος τη ρώτησε το όνομά της κι έπειτα έγινε άφαντος. Μάζεψε τον μποξά της και έτρεξε να φύγει. Μπουρδουκλώθηκε σε ένα τούμπι και παραλίγο να μπρουμουτίσει. Άσε που τα μηλίγγια της κτυπούσαν τίλογα. Πού να ΄ξερε η καψερή πως ευτούνος ήταν ο μελλοντικός της άντρας και πατέρας των μπινιάρικων αγοριών της, ο Γιώργης με τα μακριά κανιά από το διπλανό κεφαλοχώρι που έστειλε στον πατέρα της την προξενήτρα και χωρίς να ζητά προίκες και πανωπροίκια την πήρε στο χωριό του να ζήσουν και να ευτυχίσουν μια ζωή ολάκερη.
Κι ο γιος, αφού παντρεύτηκε η Πανωραία, αποφάσισε να μπαρκάρει στα καράβια και μετά από ένα δίχρονο μακρινό ταξίδι σ’ όλα τα λιμάνια της γης, ξέμεινε στην ξενιτιά, να δουλέψει και να προκόψει κοντά σε κάποια μακρινά ξαδέρφια του στο Σίδνευ της Αυστραλίας. Ευτυχώς που είχε μάθει την τέχνη του μπαρμπέρη, αφού επέμενε ο πατέρας του, άνοιξε δικό του μαγαζί και σιγά σιγά δημιούργησε μια αλυσίδα «καταστημάτων κομμωτικής». Δεν φανταζόταν ποτέ όμως πως θα έφτιαχνε εκεί στα ξένα τη δική του οικογένεια. Η γυναίκα που αγάπησε και παντρεύτηκε, με ένα σύμφωνο συμβίωσης, ήταν αυστραλέζα με γρι ελληνικά. Τον παρηγορούσε μόνο πως μάθαινε κι αυτή και η μικρή του Αναστασία τα ελληνικά και πως είχε τη δυνατότητα να έρχεται κάθε καλοκαίρι για να βλέπει τους δικούς του.
Η θεια Τασά με το που πουρπούρισαν τα παιδιά της από το κονάκι όπου μεγάλωσαν, πού και πού πήγαινε και βοηθούσε στο χτήμα του κυρ Χαραλάμη, του γείτονα με τα πολλά παιδιά. Είτε θα πάστρευε όταν θα είχαν καλεσμένους είτε θα έπλενε τα σκουτιά και θα άπλωνε κανένα σάισμα ή θα φρόντιζε να φτιάξει και να ψήσει καμιά πίτα στον φούρνο. Δεν είχε μάθει να παλουκώνεται σε μια μεριά. Όλη την μέρα αλώνιζε τον τόπο σαν τις λαχανούδες που μαζεύουν ό, τι απλόχερα προσφέρει η φύση ή καθόταν στον αργαλειό και ύφαινε προικιά για την εγγόνα της τώρα πια. Και πάντα με το χαμόγελο και το τραγούδι. Ο γιούκος της είχε πια γεμίσει μέχρι το ταβάνι, είχε τόσο μπούγιο που γέμιζε το μικρό της παλατάκι για το οποίο καμάρωνε κι ένιωθε βασίλισσα και πολύ πλούσια. Γιατί τα είχε όλα η θεια Τασά. Η κουζινίτσα της στρωμένη με γλίνα και όλα τα τζάτζαλα και τα αναχρεικά να κρέμονται στον τοίχο απόλυτα τακτοποιημένα χωρίς καμιά ατσαλιά. Από τετζέρια, μέχρι αρίλογους κι από πινακωτές μέχρι μύλους του καφέ. Τα ερμάρια της στρωμένα με καθαρό αζούρι και γεμάτα μόμιλα. Και η σερβάντα φίσκα φωτογραφίες με τα παιδιά και τα εγγόνια της στα κάδρα. Τι άλλο ήθελε; Είχε και την αγάπη του κυρ Θανάση, ο οποίος πάντα φρόντιζε να είναι το ανθογιάλι της κυράς του γεμάτο με λουλούδια για να μοσκοβολά το σπίτι. Ο ίδιος αρκούνταν στις δουλειές του χτήματος. Δεν πήγαινε πια για μεροκάματα. Ήθελε να είναι με τη γυναίκα του. Δεν του άρεσε να την αφήνει μόνη της.
Συχνά είχαν την επίσκεψη της Πανωραίας, του Γιώργη και των παιδιών τους τα οποία δεν αποχωρίζονταν τον παππού τους. Τους περπάταγε στα χτήματα και τους μάθαινε τα μυστικά της φύσης και της ζωής. Και τι χαρά που έκαναν όταν λάβαιναν κανένα γράμμα από τους ξενιτεμένους! Καθόταν μέχρι αργά στο φως της λάμπας ή του λυχναριού και το διάβαζαν και το ξαναδιάβαζαν. Μάθαιναν τα νέα. Το τι γινόταν δε όταν μαζευόντουσαν όλοι τα καλοκαίρια δε λέγεται….. Τους είχε φτιαγμένη ο παππούς την τραγατσούλα και την είχε γεμίσει με φτέρες για να μοσκοβολάει και κει μέσα ανακατεύονταν το χτες με το σήμερα, η Ελλάδα με την Αυστραλία, οι παλιές οι λέξεις με τις νέες και τις αγγλικές ακόμα. Μπουρδουκλώνονταν τα αισθήματα, τα όνειρα, το σήμερα και το αύριο. Μαγεία ήταν!
Τα δυο αγόρια σηκώνονταν αφώτιγο αφήνοντας την ξαδέρφη τους Αναστασία να λουφάζει χουζουρεύοντας στη στρωματσάδα, αναφουφουλιάζοντας το μαξιλαράκι της. Ατσάγκλιγοι και οι δυο μπολοθούρηδες, άνοιγαν τον παφιλένιο νιπτηράκο να πλύνουν τη μούρη τους και να επισκεφτούν τον απόπατο που ήταν πιο πέρα από το σπίτι. Μέχρι να σηκωθεί η ξαδέρφη τους, στα κρυφά είχαν κόψει σφερδούκλια, είχαν ανοίξει τρύπες με το σουγλί για να κάνουν διάφορα κουζινικά, καρεκλίτσες, τραπεζάκια, σοφράδες και σκαμνάκια που άρεσαν στην Αναστασία. Της έφτιαχναν και κούκλες από τα καλαμπόκια και κουρελάκια και τα είχαν όλα τακτοποιημένα σε μια παλιά πινακωτή που την έστηναν όρθια σαν το μεγάλο σπίτι που έμενε η ξαδέρφη τους στην Αυστραλία και που το είχαν δει σε μια φωτογραφία. Θα της τα έκαναν δώρο να τα παίζει τον χειμώνα. Όταν κατέβαινε από την καλύβα τους και η μικρή, έβαζε τον μπονέ της, νιβόταν και σκουπιζόταν με το προσόψιο, ανεμόχαβαν κουρκούτι ή μπαζίνα για το πρωινό τους και ανερώτηγα πιλάλαγαν και χάνονταν στον λόγγο. Αρουλιόταν η γιαγιά αν κρεμούσαν τίποτα μπουρούκια στην ουρά του σκύλου, ψέλλιζε κάτι ελληνοαυστραλέζικα η νύφη, αλλά τίποτα.
Αυτά ολημερίς χάνονταν. Κρύβονταν στις θημωνιές, κυνηγούσαν τις γουστέρες, τις μπράσκες, ή σήκωναν πέτρες στο ποτάμι για να πιάσουν καβούρια ή πετροβολούσαν τα μπακακάκια και στο τέλος γίνονταν αρτσίδι, λούτσα δηλαδή. Άλλοτε πάλι έπιαναν τζιτζίκια και αφού τους έβαζαν ένα μικρό γκρίθι στον ποπό τους τα ελευθέρωναν. Βολόδερναν στα γκράβαρα με δροτσίλες σ’ όλο τους το κορμί, κρατώντας στο ένα χέρι την γκλίτσα του παππού στην οποία είχαν κρεμάσει δυο σημαιούλες, της Ελλάδας και της Αυστραλίας, και στο άλλο κρατούσαν την κλωστή όπου είχαν δεμένο τον άτυχο βασιλιά που είχαν αιχμαλωτίσει. Κι έτσι νικητές και περήφανοι εκδικητές του απολυταρχικού πολιτεύματος, γυρνούσαν στο σπίτι όταν άκουγαν πως οι λαλαγγίδες ήταν έτοιμες. Φορούσαν ό,τι παλιοκουσί υπήρχε στο μπαούλο της γιαγιάς, δεν νοιάζονταν για τις ενδεχόμενες γανιές και πιλαλώντας βοηθούσαν στις δουλειές του σπιτιού. Γυρνώντας το μαγγάνι ανέβαζαν το κρέας που είχε ο παππούς κατεβάσει με τον σούγλο στο πηγάδι για να διατηρηθεί σε χαμηλή θερμοκρασία μιας και το ρεύμα ακόμα δεν είχε έρθει στο σπιτικό τους και το ψυγείο τούς ήταν άγνωστο. Σάρωναν με τη σαρωματίνα την αυλή, γέμιζαν τις κουρούπες στο κοτέτσι με νερό, έλεγχαν αν υπάρχει φώλος στις φωλιές, έβαζαν στους κορίτους τροφή και σημασία δεν έδιναν αν από γκαντεμιά πάταγαν κανένα γκάβαλο ή καμιά κακαράτζα. Τα χέρια τους έπιαναν κοράτσα και δεν ήταν λίγες οι φορές που γέμιζαν τη βούτα με νερό και πλατσούριζαν ολημερίς.
Τους άρεσε να κάνουν κορομυθίες, να τραγουδάνε παράφωνα τα τραγούδια της γιαγιάς τους, να παίζουν θέατρο ή καραγκιόζη βάζοντας για μπερντέ ένα ασπροσέντονο της γιαγιάς. Κι αν έκαναν και καμιά ζαβολιά ή στραβουτσαλιά ήξεραν με μαλαγανιές να κάνουν τους άλλους να τους συγχωρούν. Έβαζαν μπροστά και την μικρή που ήταν έξοχος μαλιγούρδας και καθάριζαν.
Τις Κυριακές πήγαιναν με το βασταγό στη θάλασσα. Καβάλα η γιαγιά με τα πιτσιρίκια πισωκάπουλα. Ο θείος να βαρά την καραμούζα και η αυστραλέζα με το ομπρελίνο της χαμογελαστή να προσπαθεί συνεχώς να συγκρίνει τους δυο κόσμους της! Περνούσαν από τις μαΐστρες και τα μπογάζια. Είχαν φαγητό κοντά τους, τις αγκλιές για σωσίβια, όρεξη για περιπέτεια και καμιά επιθυμία να επιστρέψουν. Αν έβρισκαν καμιά βασκαντούρα την χάριζαν στην όμορφη ξαδέρφη, έτσι για το μάτι. Ζωγράφιζαν καλλικατσούρες πάνω στην άμμο, έπαιρναν καλικούτσα ο ένας τον άλλον κι αν γκαργκάνιαζαν από τον ήλιο έπιναν νερό από τη δική τους τσίτσα, υποκρινόμενοι τους μεγάλους. Την μπαμπανάτσα τους δεν την χάριζαν ποτέ σε κανέναν.
Επέστρεφαν αργά και καθόντουσαν στα πεζούλια λέγοντας τα της ημέρας μέχρι να γίνει η πίγουλη στην παδέλα που είχε βάλει ο παππούς που είχε μείνει στο σπίτι, πάνω στην πυροστιά. Αν είχε κατεβατό κι έκανε απογιάδα, κρεμούσαν μια παλιά βελέτζα για απάγκιο. Αν είχαν και καλαμπόκια μίλαγαν και ξεσπίναγαν. Άλλοτε έφτιαχναν ξόβεργες ή πλακοπαΐδες. Καρούλες είχαν βγάλει πια στα χέρια και φρουγκάλες στα πόδια μα δεν τους ένοιαζε. Τρελαινόντουσαν να μαθαίνουν για τα παλιά χρόνια μέσα από τις ιστορίες του παππού και να προσπαθούν από μόνοι τους να συνταιριάξουν το παρελθόν με το σήμερα. Το αγαπημένο τους ήταν η μεγάλη φουγγαρία που τους άναβε τη νύχτα ο παππούς και αυτοί αφού χάζευαν τις σπίθες που πετάγονταν διώχνοντας τις σκιές και τις κωλοφωτιές, έπαιρναν φόρα και πηδούσαν, καψαλίζοντας τα γκουργκούνια τους.
Δυο φορές την κοψωχόλιασαν τη μάνα τους. Την πρώτη φορά τον έναν τον είχε τσιμπήσει μια μουριέλα και είχε πρηστεί η κούτρα του. Κι έτσι όπως ήταν κουρεμένος κουρεμπάτσα κοκκίνιζε τίλογα. Την άλλη σε έναν πετροπόλεμο μια ιπτάμενη κοτρώνα πήρε την μικρή ξέσκουρα και ευτυχώς ήταν αιτία να αλλάξουν παιχνίδια. Η καλύτερή τους πάντως ήταν τα μεσημέρια που έπαιζαν καλόγερο με κάτι πλακουτσωτές πέτρες που είχαν φέρει από τη θάλασσα.
Σαν κακό χαμπέρι ακουγόταν η ημερομηνία αναχώρησης των ξένων. Από κείνη την ώρα δεν κοιμόντουσαν καθόλου. Μόνο λαγοκοιμόνταν με λακριντί όλη την νύχτα, σχεδιάζοντας τι θα έκαναν το επόμενο καλοκαίρι. Έγραφαν τη σύσταση της ξαδέρφης τους στα αγγλικά και ένιωθαν περήφανοι που μιλούσαν τσάτρα πάτρα εγγλέζικα όπως τους τα δίδαξε η μικρή και αγαπημένη ξαδερφούλα τους. Και της έγραφαν συνέχεια σε μια γλώσσα που μόνο αυτοί μπορούσαν να συνεννοηθούν απόλυτα.
Και πέρασαν γρήγορα τα χρόνια όπως το νερό που τρέχει στον καταπότη. Έφυγε από κοντά τους ο μπαρμπα Θανάσης και η θεια Τασά πήγε να μείνει με την Πανωραία και τον Γιώργη. Δυο φορές μάλιστα πήγε και στην Αστράλια όπως την έλεγε, χωρίς να κωλώσει για το μεγάλο ταξίδι. Ήθελε να γνωρίσει το πρέκι του κανακάρη της. Όμως τον τόπο της δεν τον άλλαζε. Ούτε θα άφηνε ποτέ μόνο του τον κυρ Θανάση. Μόνο γι’ αυτό δεν ήθελε να μείνει εκεί όπου και πατριώτες της συνάντησε και φίλους δε δυσκολεύτηκε να κάνει. Πού και πού πήγαινε στο χτήμα καθόταν μόνη πια στο πεζουλάκι κι όπως κάποτε έγνεθε στη ρόκα το μαλλί, έτσι και τώρα προσπαθούσε να βάλει σε μια σειρά τα όσα έζησε. Κι ήταν όμορφα όσα έζησε. Περνούσαν γρήγορα από το μυαλό της. Κάθε γωνιά και μια εικόνα, κάθε δέντρο και μια ανάμνηση. Έβλεπε τις βραγιές του χτήματος και θυμόταν τον Θανάση της να σγούφτει και να τεντώνει το νήμα που χάραζε την ευθεία. Έβλεπε την γέρικη αριά και θυμόταν την τραγατσούλα με τα εγγόνια της. Παρατηρούσε τον άδειο πια ληνό κι αγκουρμαζόταν τις χαρούμενες φωνές των παιδιών που πατούσαν τα σταφύλια, έβλεπε τα κακαβολίθια μαύρα από τη χρήση κι έρμα από τον χρόνο να περιμένουν. Τάχατες τι; Έγειρε κι ακούμπησε στα αγκωνάρια του σπιτιού χαζεύοντας έναν μικρό κοκκινολαίμη που την σιλάρωσε για λίγο κι όπως πουρπούρισε και χάθηκε στις φυλλωσιές ενός δέντρου έτσι κι από τον νου της πέρασαν όλα όσα με τον άντρα και τα παιδιά της έζησε μέσα εκεί, οι δουλειές της, οι έγνοιες της και όλες εκείνες οι λέξεις της παλιάς ντοπολαλιάς που τις ανακάτωνε με τα χρώματα της αυγής και τα αρώματα του κήπου της για να εκφράσουν τη δική της ιστορία και αλήθεια μαζί.
Μπορεί να πέρασε και χρόνια δύσκολα, μα η θύμησή τους τής άφηναν μια ανείπωτη γλύκα. Την ίδια γλύκα ένιωθε όταν άκουγε αυτές τις λέξεις τις παλιές που τις ακούς από λίγους κι ανάμεσα σ’ αυτούς και από την εγγόνα της με τα παιδιά της από την Αυστραλία, όταν ξανασυναντιέται με τα ξαδέρφια της και τα παιδιά τους, τα καλοκαίρια, σε κείνο το ετήσιο οικογενειακό συναπάντημα

 

 

Κοινοποίησε στο:
  •  
  •  
  •  
  •   
  •   
  •  
Σύντομες Ειδήσεις
Μεσσηνία: Σύλληψη 40χρονου για οδήγηση χωρίς άδεια ικανότητας https://t.co/4DE0Lt2y0y
h J R
Γαργαλιάνοι: 14 φυτά κάνναβης εντοπίστηκαν σε αγροτική περιοχή https://t.co/o2icyxvjO0
h J R
Έκτακτο δελτίο επιδείνωσης του καιρού με βροχές και καταιγίδες https://t.co/lnAUu60yyB
h J R
Συνελήφθη 40χρονος για ναρκωτικά στην Τριφυλία https://t.co/1xERU3c8sd
h J R
Μεσσηνία: Συνελήφθη 50χρονος για καλλιέργεια κάνναβης https://t.co/9ExTZ2hfbb
h J R